Δευτέρα, 27 Απριλίου 2020

Σουβαλιώτικες Ιστορίες - Ο ΚΩΛΟΒΡΕΧΤΗΣ



Γιώργος Δρίβας
Ο πραγματικός  Κωλοβρέχτης, δεν ήταν ο συμπαθέστατος Κώστας Κούσουλας που όλοι θυμόμαστε τελευταία, αλλά ο πατέρας της γιαγιάς μου Κοντύλως Παπαγεωργίου - Κούσουλα, που λεγόταν Θεόδωρος Κούσουλας.....


Έχω στην παιδική μου μνήμη αποτυπωμένη, την σεβάσμια όψη του, σε μια μεγάλη φωτογραφία, στη σάλα του σπιτιού της γιαγιάς μου. Είχε μεγάλη γενειάδα και ήταν επιβλητική η μορφή του.  Ήταν, από τις αφηγήσεις της γιαγιάς μου Κοντύλως, σοφός, χωρατατζής και ευχάριστος τύπος.  Είχε δε κατάλογο με βότανα και θεραπείες…
ΠΩΣ ΒΓΗΚΕ ΤΟ ΟΝΟΜΑ:  Εκεί στις  ‘Λογγές’ πιο κάτω από τον  ‘Πόρο’ της Αλεγούσας, ο Θόδωρος είχε ένα χωράφι που συνόρευε με τους Αγοριανίτες και στην άκρη του πέρναγε και το αυλάκι με την  ‘αμπουλή’.  Βλέποντας ο Θόδωρος νάρχεται από πέρα ένας Αγοριανίτης, για να του κάνει πλάκα, κατεβάζει τα βρακιά του και έβρεχε τον κώλο του στο νερό…
Τί κάνεις αυτού Θόδωρε, τον ρωτά.  Δεν βλέπεις εδώ τί κάνω,  κάνω κωλοβρέχτι… 
Έτσι βγήκε το  παρατσούκλι Κωλοβρέχτης!
ΑΛΛΑ ΤΙΝΑ ΤΟΥ ΚΩΛΟΒΡΕΧΤΗ:
Κάποτε μια γυναίκα απ’ τη Σουβάλα, που δεν ήξερε γράμματα, πήγε στον Κωλοβρέχτη να της γράψει τα ονόματα των πεθαμένων στο χαρτί, να τα διαβάσει ο παπάς στο μοναστήρι του Δαδιού.   Ο  Κωλοβρέχτης, αντί για τα ονόματα που τούλεγε η γυναίκα, έγραφε άλλα….όπως, Γιάννης τσ’ Αρχόντως, Δήμος Τσατσαρώνης, Χαρτογιωργού, Μπλοφογιωργού και άλλους  ‘χαζούς’ του χωριού….
Την άλλη μέρα γύρισε απ’ το μοναστήρι η γυναίκα ντροπιασμένη και έκανε παράπονα στον Κωλοβρέχτη…
-Τί ήταν αυτό που μόκανες Θόδωρε;  Μόγραψες ουλ’νούς τσ’ χαζούς, κι μου ‘ρχότανε ν’ ανοίξ’ η γής να με καταπιεί….
-Δε πειράζ’, δε πειράζ’… αυτοί θέλανε διάβασμα, για να γίνουν καλά κι όχι οι πεθαμένοι, είπε ο Κωλοβρέχτης…
Είχε τότε ο Κωλοβρέχτης ένα μαγαζάκι στο σπίτι του (τώρα γκρεμίστηκε)  που πούλαγε απ’ όλα. Εκεί μαζεύονταν κι οι φίλοι του για να ψωνίσουν και να χωρατέψουν.
Απέναντι ήταν του κουμπάρου του του μαντράχαλου ( Παναγιώτου) το χασάπικο.
Παραγγέλνει λοιπόν ο Κωλοβρέχτης μια πατσιά,  να την πάρει το βράδυ.  Να όμως που έφεραν στον Κωλοβρέχτη μια καρακάξα και αυτός την έβαλε στο κλουβί…. 
-Τί τη θες την καρακάξα Θόδωρε;
-Περιμένετε λίγο παιδιά και θα δείτε πως η καρακάξα θα λαλήσει!
Αλήθεια Θόδωρε, έλεγαν οι άλλοι γελώντας και μ’ αυτά  κι άλλα πέρασε η ώρα και νύχτωσε….
Πάει τότε ο Κωλοβρέχτης, απέναντι στο χασάπικο να ζητήσει την πατσιά .
-Τώρα κουμπάρε….πέρασε η ώρα, άργησες και ήρθε ο Παπαθόδωρος και την έδωσα την πατσιά…
Και τότε λέει ο Κωλοβρέχτης το εξής: ‘ Ορέ για τσ’ καρακάξας τα χαζά, τρώει ο Παπαθόδωρος  πατσιά…’
Μια άλλη φορά, όπως κουβέντιαζαν σε κύκλο μέσα στο μαγαζί του Κωλοβρέχτη, ο πονηρός Παπαθόδωρος, έκανε όπισθεν και με τα χέρια του πίσω, τσίμπαγε κάθε τρεις και λίγο, τον χαλβά που ήταν στον πάγκο.
Το βράδυ, όταν αντιλήφθηκε ο Κωλοβρέχτης ότι έλειπε ο χαλβάς είπε ‘θα σε σιάξω εγώ αύριο παππά’…
Την άλλη μέρα κρέμασε μια ταμπέλα μπροστά στο χαλβά, που έγραφε: ‘’Είναι άπρεπα αυτά για παππά, ν’ απλώνει στο χαλβά’’  Κόκκαλο ο παππάς , όταν διάβασε την πινακίδα…!
Κάποτε ο Κωλοβρέχτης, έβαλε τα παιδιά του χωριού να του φέρουν χελώνες, ότι τάχα θα περάσει ο έμπορος να τις αγοράσει…
Πιάνει τότε  και βάζει σε κάθε χελώνα, ένα κερί αναμμένο απάνω στο καύκαλό τους και τις αμόλυσε  βράδυ, στο ρέμα που τότε ήταν ανοιχτό  ( ο σημερινός κεντρικός δρόμος). Άρχισαν να περπατάνε οι χελώνες τότε κι έγινε το έλα να δεις…
 Έβλεπαν τα φωτάκια οι κάτοικοι, κι όπως ήταν δεισιδαίμονες  την εποχή εκείνη, έλεγαν: πω πω νεράιδες, νεράιδες, μπείτε μέσα στα σπίτια.
Αυτά και άλλα πολλά, από τον προσπάππο  μου Κωλοβρέχτη!


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου