ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

Translate

Δευτέρα, 9 Ιουλίου 2018

ΧΡΟΝΗΣ ΜΙΣΣΙΟΣ. "Χαμογέλα ρε τι σου ζητάνε? Η ζωή μας μια φορά μας δίνεται".

Χρόνης Μίσσιος  ( 1930- 20 Νοεμβρίου 2012)

Η ζωή μας μια φορά μας δίνεται, άπαξ, που λένε, σαν μοναδική ευκαιρία. Τουλάχιστο μ’αυτήν την αυτόνομη μορφή της δεν πρόκειται να ξαναυπάρξουμε ποτέ.
Απόσπασμα από το βιβλίο του Χρόνη Μίσσιου "Χαμογέλα ρε, τι σου ζητάνε? "Λίγα λόγια για τον συγγραφέα( εικόνες και βίντεο) θα  διαβάσετε στο τέλος......

Και μεις τι κάνουμε, ρε αντί να τη ζήσουμε?
Τι την κάνουμε? Τη σέρνουμε από δω και από κει δολοφονώντας την…
Οργανωμένη κοινωνία, οργανωμένες ανθρώπινες σχέσεις.
Μα αφού είναι οργανωμένες, πως είναι σχέσεις?
Σχέση σημαίνει συνάντηση, σημαίνει έκπληξη, σημαίνει γέννα συναισθήματος, πως να οργανώσεις τα συναισθήματα…
Έτσι, μ’αυτήν την κωλοεφεύρεση που τη λένε ρολόι, σπρώχνουμε τις ώρες και τις μέρες σα να μας είναι βάρος, και μας είναι βάρος, γιατί δε ζούμε, κατάλαβες?

Όλο κοιτάμε το ρολόι, να φύγει κι αυτή η ώρα, να φύγει κι αυτή η μέρα, να έρθει το αύριο, και πάλι φτου κι απ’την αρχή.
Χωρίσαμε τη μέρα σε πτώματα στιγμών, σε σκοτωμένες ώρες που θα τις θάβουμε μέσα μας, μέσα στις σπηλιές του είναι μας, στις σπηλιές όπου γεννιέται η ελευθερία της επιθυμίας, και τις μπαζώνουμε με όλων των ειδών τα σκατά και τα σκουπίδια που μας πασάρουν σαν “αξίες”, σαν “ηθική”, σαν “πολιτισμό”.

Κάναμε το σώμα μας ένα απέραντο νεκροταφείο δολοφονημένων επιθυμιών και προσδοκιών, αφήνουμε τα πιο σημαντικά, τα πιο ουσιαστικά πράγματα, όπως να παίξουμε και να χαρούμε μεταξύ μας, να παίξουμε και να χαρούμε με τα παιδιά και τα ζώα, με τα λουλούδια και τα δέντρα, να κάνουμε έρωτα, να απολαύσουμε τη φύση, τις ομορφιές του ανθρώπινου χεριού και του πνεύματος, να κατεβούμε τρυφερά μέσα μας, να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και το διπλανό μας…


Όλα, όλα τα αφήνουμε για το άυριο που δεν θα ‘ρθει ποτέ…

Μόνο όταν ο θάνατος χτυπήσει κάποιο αγαπημένο μας πρόσωπο πονάμε, γιατί συνήθως σκεφτόμαστε πως θέλαμε να του πούμε τόσα σημαντικά πράγματα, όπως πόσο τον αγαπούσαμε, πόσο σημαντικός ήταν για εμάς… Όμως το αφήσαμε για αύριο…
Για να πάμε που?


Αφού ανατέλλει, δύει ο ήλιος και δεν πάμε πουθενά αλλού, παρά μόνο στο θάνατο και μεις οι μαλάκες, αντί να κλαίμε το δειλινό που χάθηκε άλλη μια μέρα απ’τη ζωή μας, χαιρόμαστε.

Ξέρεις γιατί?
Γιατί η μέρα μας είναι φορτωμένη με οδύνη, αντί να είναι μια περιπέτεια, μια σύγκρουση με τα όρια της ελευθερίας μας.


Την καταντήσαμε έναν καθημερινό, χωρίς καμμία ελπίδα ανάστασης, θάνατο, διότι αυτός είναι ο θάνατος. Ο άλλος, όταν γεράσουμε σε αρμονία και ελευθερία με τον εαυτό μας, όταν δηλαδή παραμείνουμε εμείς, δεν είναι θάνατος, είναι μετάβαση, είναι διάσπαση σε μύριες άλλες ζωές, στις οποίες, αν εδώ, σε τούτη τη μορφή ζωής είσαι ζωντανός, αν δεν δολοφονήσεις την ουσία σου, εκεί θα δώσεις χάρη και ομορφιά, όπως η Μαρία που φούνταρε προχθές απ’την ταράτσα για να μην πεθάνει.


Ήρθανε να την πάρουν και η Μαρία είπε το όχι με τον πιο αμετάκλητο τρόπο. Πήγαμε στην κηδεία της και τι άκουσα τον παπά να λέει: “Χους ει και εις χουν απελεύσει”. Και τότε κατάλαβα πως η Μαρία σώθηκε. Του χρόνου, όλα τα στοιχεία της, που τα κράτησε ζωντανά σε τούτη τη μορφή ζωής, θα γίνουν πανσέδες, δέντρα, πουλιά, ποτάμια…”


«Όταν συνειδητοποίησα ότι δεν μπορώ να αλλάξω το σύστημαάρχισα να αγωνίζομαι ναμην με αλλάξει αυτό.
Αγωνίζομαι να μείνω άνθρωποςΚαι αυτό είναι η κορυφαία πολιτική μάχηΝα μπορείςνα αποφύγεις τη βαρβαρότητα αυτής της εποχήςΝα μπορείς να παραμείνεις άνθρωπος μετρυφερότηταΜε το δικό σου βλέμμα.
Η ζωή είναι ένα δώρο που μας δίνεται μία φορά.
Οι περισσότεροι άνθρωποι όταν ξημερώνει λένε «άντε να τελειώσει κι αυτή η κωλομέρα».Και δεν καταλαβαίνουν ότι κάνουν άλλο ένα βήμα προς το θάνατο.» 
  
                                   Ο Χρόνης Μίσσιος ......

..ήταν συγγραφέας, λογοτέχνης, αντιστασιακός, ακτιβιστής για τα δικαιώματα των ζώων και για ένα διάστημα παρουσιαστής σχετικών τηλεοπτικών εκπομπών.
Ο συγγραφέας των αφηγημάτων Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς και Χαμογέλα, ρε... Τι σου ζητάνε; Χρόνης Μίσσιος άφησε την τελευταία του πνοή το πρωί της Τρίτης 20 Νοεμβρίου, χάνοντας τη μάχη με τον καρκίνο. Ήταν 82 ετών.

Γεννημένος στην Καβάλα το 1930, μετακόμισε με την οικογένειά του στη Θεσσαλονίκη σε ηλικία έξι ετών, λόγω 
πολιτικών διώξεων. Οργανώθηκε νωρίς στην Αριστερά και στην περίοδο της Κατοχής πήρε μέρος στην Αντίσταση. Το 1947 συνελήφθη και καταδικάστηκε σε θάνατο και ακολούθως βρέθηκε σε στρατόπεδα συγκέντρωσης μέχρι το 1962.


Με την απελευθέρωσή του οργανώθηκε στη Δημοκρατική Νεολαία Λαμπράκη, στην οποία υπήρξε στέλεχος. Συνιδρυτής του ΠΑΜ μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1967, συνελήφθη και φυλακίστηκε μέχρι το 1973.
Το πρώτο λογοτεχνικό κείμενο που εξέδωσε ήταν το αφήγημα Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς (1985). Ακολούθησε το αυτοβιογραφικό πεζογράφημα Χαμογέλα, ρε... Τι σου ζητάνε; (1988) και τα μυθιστορήματα Τα κεραμίδια στάζουν (1991), Το κλειδί είναι κάτω από το γεράνι (1996), Ντομάτα με γεύση μπανάνας (2001).


Οι έξυπνοι διάλογοι, το χιούμορ, η ζωηρή αφήγηση και ο αυτοβιογραφικός χαρακτήρας των κειμένων του, στα οποία αποτυπώνεται η μεταπολεμική και μεταπολιτευτική καθημερινότητα των απλών ανθρώπων, σε ένα κλίμα γλυκόπικρου νατουραλισμού, τον κατέστησαν δημοφιλή συγγραφέα στις δεκαετίες του 1980 και 1990. Τα τελευταία χρόνια ζούσε ως «κοσμοκαλόγερος» στο Καπανδρίτι.


"..Ξέρω πια τι σημαίνει πολιτικήΔεν γίνεταιΚαταρχήν στην Ελλάδα δεν έχουμε το στοιχειώδες.Δεν έχουμε έναν στοιχειώδη πολιτικό πολιτισμό.....Κι ας είμαστε η χώρα των μεγάλων ποιητών.Κανένας λαός δέκα εκατομμυρίων δεν έχει τρία νόμπελ και ένα βραβείο Λένιν.....Ήταν πολύσημαντικό να μπορείς να κοιτάξεις τη μάπα σου το πρωί στον καθρέφτη και να πεις«είμαστε εντάξειρε μάγκαπάμε»Δεκαεφτά χρονών παιδί ήμουν και καταδικασμένος για θάνατοκι εγώ τουςέγραφα..."



Εξομολόγηση του Γιάννη Χαρούλη για την αγάπη του για τον Χρόνη Μίσσιο την άδεια πουπήρε από τον ίδιο να χρησιμοποιεί ένα απόσπασμα από τα λόγια του στις συναυλίες του καιτην συνδεσή του με του "Αγίους " του Θανάση Παπακωνσταντίνου και του Μανώλη Πάππου. 


Στίχοι: Θανάσης Παπακωνσταντίνου
Μουσική: Μανώλης Πάππος
  Γιάννης Χαρούλης
Σα να μην γεννήθηκαν ποτέ,
σα να `ταν ένα ψέμα
άνθρωποι που δώσαν την χαρά,
που `φτασε και σε μένα.

Άγιοι που δε θα γιορταστούν
γιατί δε θα τους βρουν
ημέρα που ταιριάζει.

Άμυαλοι που πέσαν στην φωτιά
για να `χει τ' όνειρο
φωλιά για να κουρνιάζει.

Δεν τους πρέπουν εικονίσματα
κεριά και καντηλέρια
που και που τις ώρες μας στην γη
και τη ματιά στ' αστέρια.

Μέσα στης ζωής τον πανικό
ασίκικο χορό
χορεύουν οι ψυχές τους

Αχ! καρδούλα δώσ' μου δύναμη
να βρω κάποια στιγμή
κι εγώ τις αντοχές τους.


ΤΟ "ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ" ΑΠΟ ΤΟ "ΣΥΛΛΕΚΤΗ". ΤΑ  ΥΠΟΛΟΙΠΑ ΑΛΛΑ  ΚΑΙ  ,  ΤΑ  ΒΙΝΤΕΟ  ΚΑΙ ΟΙ ΕΙΚΟΝΕΣ ΕΠΙΛΟΓΗΣ  ΜΑΣ. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


Για τους αναγνώστες
ΔΗΜΟΣΙΕΥΟΝΤΑΙ ΤΑ ΕΠΩΝΥΜΑ ΣΧΟΛΙΑ