Πέμπτη, 8 Απριλίου 2021

Ο Γιώργος Δρίβας Θυμάται και γράφει - ΤΟ ΨΑΡΕΜΑ ΣΤΟ ΜΟΡΝΟ


 Όταν έγινε η λίμνη του Μόρνου στο Λιδορίκι, που υδρεύεται η Αττική, υπήρχε ένα ‘’σπορ’’ ένα  ‘’ξεσνέριο’’ στη Σουβάλα να πηγαίνουν παρέες – παρέες για ψάρεμα, νύχτα στο Μόρνο.....

 Έπαιρναν ένα αγροτικό αυτοκίνητο, φόρτωναν τα χρειαζούμενα και βουρ στο Μόρνο μέσω Πανουργιάς – Στρώμης – Συκιάς και Λευκαδιτίου, έφταναν στις εκβολές του Μόρνου προς τη λίμνη.

 Όταν έφταναν ήταν η ώρα σιχλιάζοντας πριν τη νύχτα.

Ήταν η εποχή  Μάϊος  Ιούνιος περίπου του 1983, όταν έλιωναν τα χιόνια στην  Οίτη απ’ όπου πηγάζει  ο Μόρνος …  

Τα ψάρια είχαν τη συνήθεια να βγαίνουν από τη λίμνη νύχτα προς το ποτάμι για να γεννήσουν το γόνο, αφού στροβιλίζονταν και τροχίζονταν στις πέτρες  και στα γάργαρα και παγωμένα νερά.

Πήγα λοιπόν κι εγώ δυό φορές  για ψάρεμα και θυμάμαι χαρακτηριστικά τη μία. Ετοιμάσαμε τα πράγματα μαζί με το γείτονα Θύμιο και τον ανηψιό του Θανάση  και ξεκινήσαμε με ένα αεριωθούμενο  POLSKI  που είχα τότε εγώ, γεμάτοι λαχτάρα.

Φτάσαμε στο Μόρνο   ‘’ίσαμε την ώρα’’ .   

– Καθήστε, λέει τότε ο Θύμιος, τώρα θ’ ανάψουμε φωτιά να ψήσουμε το κοτόπουλο. 

Είχε πάρει μαζί του ένα κοτόπουλο κατεψυγμένο που μέχρι να φτάσουμε είχε σχεδόν ξεπαγώσει. 

Πιάνει και κόβει μια βέργα για σούβλα και κόβοντας το μεζέ σε μερίδες το σουβλίζει.  Έγινε συνάμα και η φωτιά και ψήναμε το κοντοσούβλι  …  

Ο Θύμιος ήταν  ‘’μάνα’’ γι’ αυτά τα πράματα!  

 Αυτό το κοτόπουλο κοντοσούβλι το θυμάμαι ακόμα, γιατί ήταν το νοστιμότερο που έχω φάει στη ζωή μου, ας ήταν μισοψημένο μες στη νύχτα..!  

Αφού φάγαμε και καρδαμώσαμε, ήπιαμε και το κρασί του Θύμιου για να στηλώσουμε όπως είπε, γιατί η νύχτα είχε έρθει κι έκανε κρύο. 

– Ωραίο κρασί έχεις Θύμιο, είπα εγώ.  Είναι από τα δώθε αμπέλια του μπουρνιά, μου λέει και όχι από το ‘’νησί’’ που δεν κάνει βαθμούς…   

- Τώρα ακούτε, μας λέει ο ‘αρχηγός’.

Εγώ και ο Θανάσης θα έχουμε στο ένα χέρι το  λουξ και στο άλλο το καμάκι και ο Γιώργος θα δέσει ένα ταγάρι στο λαιμό να ξεκαρφώνει τα ψάρια και να τα βάζει μέσα στο ‘τράστο’. Έτσι κι έγινε,  μπήκαμε στο ποτάμι αφού γδυθήκαμε και κατηφορίζαμε στο νερό όπως  έτρεχε ορμητικό προς τη λίμνη. 

Το τί έγινε δεν περιγράφεται.

Τα ψάρια ήταν πολλά και δεν προλάβαινα να τα ξεκαμακώνω.

Εν τω μεταξύ είχα γίνει καταμούσκεμος και καταματωμένος από τα ψάρια που σπαρταρούσαν μέσα στο ταγάρι.

–Σταματήστε λιγάκι και σβήστε τα λουξ να ξαποστάσουμε λίγο και ν’ αδειάσω τα ψάρια, είπα εγώ.

 Ξαναμπήκαμε στο ποτάμι και συνεχίσαμε το ψάρεμα κανα δυο ώρες ακόμα. 

Βγήκαμε έξω, ανάψαμε πάλι φωτιά να ζεσταθούμε και να στεγνώσουμε και βάλαμε τα ψάρια στο πορτ μπαγκαζ που σχεδόν γέμισε. 

Και η ώρα δύο μετά τα μεσάνυχτα πήραμε το δρόμο του γυρισμού από τα Σάλωνα τώρα. 

Στο δρόμο οδηγώντας εγώ τραγουδούσα δημοτικά τραγούδια, επίτηδες να μην κοιμηθούμε.  Αλλά μόνο τον εαυτό μου κράτησα σε εγρήγορση, όπως άλλωστε είχα υποχρέωση, τους άλλους δυο μάλλον τους νανούρισα και τόστρωσαν στον ύπνο στο πίσω κάθισμα. 

Οπότε εκεί κάπου στα Τοπολιάτικα τα αμπέλια, ξαφνικά σταματάω το αμάξι γιατί κάτι είδα στην άκρη στο δρόμο. 

Τί είναι ρε και σταμάτησες είπαν ενοχλημένοι οι άλλοι. 

 Ένας φρεσκοσκοτωμένος λαγός από προηγούμενο αμάξι… 

Πρώτη φορά στη ζωή μου, είπα εγώ,  πάω για ψάρεμα και φέρνω και λαγό στο σπίτι…

Επιστρέψαμε στο χωριό κατάκοποι και μοιράσαμε τα ψάρια. Αυτά τα ψάρια τα ποταμίσια δεν μπορώ να πω ότι είναι το ίδιο νόστιμα όπως της θάλασσας, κι όλο αγάνες  είναι, αλλά περισσότερο εμείς πήγαμε για την περιπέτεια που άξιζε ομολογουμένως!


ΥΓ/    Και τώρα ένα σχόλιο που δεν έχει σχέση με την ιστορία μας, αλλά λόγω επικαιρότητας με το θέμα της Αιολικής ενέργειας στη Μεγάλη Ράχη,  είδα τους συγχωριανούς μου πολύ μανιασμένους και αποφασισμένους και δεν νομίζω ότι θα επιτρέψουν τέτοιο  ’εξάμβλωμα’ πάνω από το όμορφο και τουριστικό χωριό μας. 

Θυμήθηκα επ’ ευκαιρία και το γουστόζικο που έλεγαν παλιά στο καφενείο.  

’Σ’ όλα τα χωριά είναι γιόμα και στη Σβάλα ακόμα’’ 

Γιατί; ρωτούσαμε μικροί.. 

Γιατί εμποδίζει ο ίσκιος της Μεγάλης Ράχης και αργεί να βγει ο ήλιος και να ξυπνήσουμε….   

Τότε είπαν  μερικοί κογιόνοι : να πάρουμε ρε παιδιά όλοι μαζί τους κασμάδες και λίγο – λίγο να την κατεβάσουμε χαμπλότερα!   

Τώρα  ελπίζω όχι με κασμάδες αλλά με κινητοποίηση να αποτρέψουμε τα δυσάρεστα!

Γιώργος Αθανασίου Δρίβας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου