Κατερίνα Παναγιωτοπούλου/ Εν Δελφοίς
Δεν ήταν από αυτούς ούτε από τους άλλους. Ήταν κάτι ενδιάμεσα, άχρωμος, άοσμος και αδιάφορος. όχι γιατί το επεδίωκε αλλά γιατί το αγνοούσε. ....
Κι έπειτα, δεν ήθελε τις εντάσεις, απέφευγε τις προστριβές και αποτασσόταν τον ανταγωνισμό. Όμως για να φας αυγά πρέπει πρώτα να σπάσεις τα τσόφλια τους, έλεγε η μάνα του, που τον έβλεπε ν’ ακολουθεί τις πατημασιές του πατέρα του και να γίνεται δειλός. Τον παρακινούσε να λέει τη γνώμη του. Αλλά για να την πει έπρεπε πρώτα να έχει άποψη. Και αν δεν άκουγε, δεν θα την αποκτούσε ποτέ. «Να
βγάλεις το κερί από τ’ αυτιά σου» έλεγε συχνά κι εκείνος τα έτριβε με το
σαπούνι για να καθαρίσουν. Έρμη μάνα, στεναχωριόταν για το παιδί της. Στο τέλος
το πήρε απόφαση, πως πήρε τα χούγια του πατέρα του, και απογοητεύτηκε· ας έπαιρνε και κάτι από τη δική
της περηφάνεια. Τουλάχιστον αυτή ρώταγε πολλές φορές για να καταλάβει και να
μπορεί να τον δασκαλεύει. Αυτός δεν έπαιρνε από λόγια. Πήγαινε με το μάτι και
όπου τον έβγαζε. Δεν είχε κρίση να τον οδηγεί. Εκείνη δεν ήξερε πολλά γράμματα
αλλά για κάθε τι που την αφορούσε άκουγε τη γνώμη των άλλων. Σημείωνε τα
σπουδαιότερα στο μυαλό της, έκανε τη σούμα και αποφάσιζε πως θα τα
χειριστεί. Αν υπήρχαν διαφορετικές απόψεις πήγαινε και παραέξω, μέχρι να βρει κάποιον
που να συμφωνεί με τον προηγούμενο. Έκρινε τον άντρα της ανεπαρκή και τον γιο
της εξαρτημένο. Από μικρός έπνιγε τον πόνο του στο φαγητό κι αυτή, όταν ήθελε
να τον αναγκάσει να συνεργαστεί μαζί της, τον άφηνε νηστικό μέχρι να
συμμορφωθεί. Κατά τα άλλα, χαιρόταν που το παιδί της ήταν άντρας παλιά κοπής.
Περίμενε το συνοικέσιο που θα του έφερνε η προξενήτρα, για να στεφανωθεί και μετά
να πλησιάσει την κοπέλα επίσημα και ευλογημένα. Εντάξει, δεν τον είχαν πάρει
και τα χρόνια. Είχε ακόμα καιρό μπροστά του, αλλά οι ανάγκες είχαν σφίξει και
τον πίεζαν στον καβάλο.
Εκείνο
το Σάββατο φλερτάριζε με μια άνοιξη καλοκαιρινή. Ίσως να ήταν και η διάθεσή του
που έκανε το βράδυ για πρώτη φορά χαρούμενο. Το επόμενο πρωί θα είχαν συνάντηση
με την προξενήτρα. Η κοπέλα ήταν σχεδόν παιδί ακόμα και η μάνα του ήταν
ενθουσιασμένη που θα μπορούσε να της κάνει πολλά εγγόνια. Εκείνος πρώτη φορά
σκεφτόταν την εκδοχή του γάμου τόσο σοβαρά. Η νύφη προερχόταν από μία χώρα που
η οικογένεια έπαιρνε τις αποφάσεις για τα μέλη της, ειδικά για τις τύχες των
κοριτσιών. Φτωχοί άνθρωποι και ταλαιπωρημένοι, αλλά ευγενικοί και
δουλευταράδες. Δεν είχαν αντίρρηση η κόρη τους να πάρει χριστιανό. Η προξενήτρα
είχε πει πως δεν ήταν και τόσο φανατικοί ή θρησκόληπτοι, γι’ αυτό δέχτηκαν το
προξενιό. Η μάνα του είχε σταθεί σ’ αυτή τη λεπτομέρεια, ελπίζοντας πως στο τέλος
θα κατάφερναν να της αλλάξουν γνώμη και να βαφτιστεί. Αν το σκεφτόταν καλύτερα η
νύφη της, θα καταλάβαινε πως αυτός ο γάμος θα εξασφάλιζε όλη η οικογένειά της, ειδικά
σ’ αυτόν τον τόπο, που δεν αγκάλιαζε εύκολα τους ξένους. Όσο για τον γαμπρό,
την είχε δει μία φορά στη λαϊκή να ψωνίζει με τη μάνα της και τον είχε κερδίσει
το πονεμένο βλέμμα της. Όλη η οικογένεια είχε ένα βλέμμα θλιμμένο. Ίσως επειδή
στον εμφύλιο της πατρίδας τους είχαν χαθεί τα δύο μεγαλύτερα παιδιά της.
Απέφευγαν όμως να μιλάνε γι’ αυτά, καθώς η θύμηση τούς έφερνε πόνο.
Τα Σαββατόβραδα
ο νέος τα περνούσε μπροστά στην τηλεόραση μέχρι αργά τη νύχτα. Εκείνο το βράδυ
τον είχε πάρει σχεδόν ο ύπνος όταν χτύπησε η πόρτα. Η μάνα του τελείωνε
με τις δουλειές στην κουζίνα και ο πατέρας του πάλευε με τη νύστα του δίπλα στο
τζάκι. Ήταν η Λεϊλά με τη μητέρα της, που δεν μιλούσε καλά τη γλώσσα της νέας
πατρίδας της, αλλά καταλάβαινε τους άλλους όταν μιλούσαν. Η Λεϊλά είχε πλούσιο
λεξιλόγιο και σωστή προφορά στον λόγο της. Σε λίγο καιρό θα τελείωνε το γυμνάσιο
κι ευχόταν να μην την παντρέψουν νωρίς για να σπουδάσει. Ήταν και οι δύο
φοβισμένες. Μπήκαν στο σπίτι κοιτώντας πίσω τους αναστατωμένες. Η Λεϊλά ήθελε
να κάνει μία συζήτηση με τον γαμπρό και την μητέρα του, πριν την επίσημη
συνάντηση. Η μητέρα της, με κλειστά μάτια, έκανε μία γκριμάτσα χαμόγελου,
ένδειξη ότι συμφωνούσε. Ο γαμπρός προσπαθούσε να συμμαζέψει τ’ ασυμμάζευτα της
εμφάνισής του. Η κοπέλα ήταν πολύ όμορφη κι αυτό του έφερνε περισσότερη
αμηχανία.
«Θα
ήθελα να μιλήσω μπροστά σε όλη την οικογένεια» είπε η Λεϊλά και η μητέρα της
συμφώνησε και πάλι. Η μέλλουσα πεθερά ικανοποιήθηκε με την εξέλιξη. Η κοπέλα
της φάνηκε γνωστική· κρίμα που δεν ήταν χριστιανή. Η Λεϊλά μιλούσε ήρεμα και σιγά. Θα
μπορούσες να πεις και ψύχραιμα αν κάποιες φορές τα χέρια της δεν έτρεμαν παρότι
έσφιγγε τις παλάμες της για να μην φαίνεται. Η μάνα του γαμπρού κατάλαβε την
ταραχή της και για να της δώσει χρόνο έφερε νερό και κεράσματα. Τα άφησε στο
τραπέζι και κάθισε, μαζί με το γιό της, απέναντι από τις επισκέπτριες. Ο άντρας
της στάθηκε κοντά στο τζάκι για να σκαλίζει τη φωτιά και να κρύβει την αμηχανία
του. Δεν συμφωνούσε εντελώς με την εκδοχή αυτού του γάμου. Το κορίτσι ήταν
μικρό και ο γιος του άβγαλτος κοινωνικά. Με αυτές τις προϋποθέσεις δεν μπορούσε
να εξασφαλιστεί το επιτυχές αποτέλεσμα.
Η Λεϊλά,
μετά από ένα νόημα της μητέρας της, πήρε βαθιά ανάσα και άρχισε να μιλάει. Τα
μαύρα της μάτια λαμπύριζαν από τις αντανακλάσεις της της φλόγας του τζακιού,
δείχνοντας άλλοτε φλογερά κι άλλοτε δακρυσμένα.
«Πρέπει
να σας πω την αλήθεια μου απόψε και μάλιστα γρήγορα γιατί δεν έχουμε χρόνο.
Ήρθαμε στο σπίτι σας χωρίς την άδεια του πατέρα. Ήταν δική μου η πρωτοβουλία
αυτής της επίσκεψης γιατί θέλω να μείνουν εδώ όσα θ’ αποφασίσουμε.»
Ήπιε μία
γουλιά νερό και συνέχισε.
«Δεν
θέλω να ξέρει η προξενήτρα τι συζητήσαμε. Αν διαφωνήσουμε, τα λόγια μας θα
μείνουν φυλαγμένα κι εμείς θα συνεχίσουμε τις ζωές μας. Συμφωνείτε;» ρώτησε.
Όλοι έγνεψαν
«ναι», ακόμα και ο πατέρας που ξερόβηξε αμήχανα. Του άρεσε η εξήγηση αυτής της
μικρής. Η συμπεριφορά και η στάση της ήταν ό,τι χρειαζόταν ο γιος του όταν
αυτός και η μάνα του θα έφευγαν από τη ζωή.
«Λοιπόν»,
είπε η Λεϊλά ξεροκαταπίνοντας, «Εγώ είμαι μικρή ακόμα για γάμο. Δεν είχα σκοπό
να παντρευτώ. Ούτε σκέφτηκα μέχρι τώρα κανέναν γι’ άντρα μου. Ήθελα πρώτα να
σπουδάσω και μετά όλα θα εύρισκαν το δρόμο τους. Όμως, τα πράγματα δεν ήρθαν
όπως τα σκεφτόμουν. Πρέπει ν’ ακολουθήσω την απόφαση των γονιών μου. Η αδελφή
μου βιάστηκε δώδεκα χρόνων από πενήντα άντρες στη χώρας μας και στη συνέχεια,
για να μην μπουν στη φυλακή, την κατηγόρησαν για πόρνη. Είναι βαριά η κατηγορία
της πορνείας στον τόπο μας και η αδελφή μου, με συνοπτικές διαδικασίες, βρέθηκε
χωμένη μέχρι τον λαιμό στο χώμα, να λιθοβολείται στο κεφάλι μέχρι θανάτου. Ήταν
μόνο έντεκα χρόνων κι ο αδελφός μου, που πήγε να τη βοηθήσει, μόνο επτά. Τον
σκότωσαν κι αυτόν μπροστά της οι πέτρες των δολοφόνων. Επτά και έντεκα χρονών
παιδιά. Καταλαβαίνετε λοιπόν τον πόνο της οικογένειάς μας. Μετά, σκότωσαν και
όλους τους συγγενείς μας, για να μην υπάρχει μαρτυρία και αντίδραση για τον
βιασμό και τις δολοφονίες. Φύγαμε από τη χώρα μας για να σωθούμε από την ίδια
τύχη, ειδικά εγώ».
Η κοπέλα
σκούπισε τα μάτια της με την μαντήλα της. Η Μητέρα της έκλαιγε τώρα με λυγμούς
και η μέλλουσα πεθερά της, άσπρη σαν χαρτί άγραφο, έβαλε φρέσκο νερό στα
ποτήρια τους. Ο μέλλον πεθερός ήταν έτοιμος να ορμήσει στη φωτιά και ο γαμπρός
είχε σκύψει το κεφάλι του από ντροπή, μπροστά στο βάρος όλης αυτής της ανδρικής
βαρβαρότητας.
«Πες μας,
τι θες από μας» είπε η μάνα του γαμπρού.
Την είχε ήδη συμπαθήσει αυτή την κοπέλα. Μακάρι ο γιός
της ν’ αποφάσιζε γρήγορα γι’ αυτό το γάμο. Θα μπορούσε να γίνει ευτυχισμένος. Η
μητέρα της κοπέλας έκανε νόημα στην κόρη της να συνεχίσει. Η Λεϊλά ήπιε λίγο
νερό, σκούπισε ξανά τα μάτια της και μίλησε σαν αερικό, κοιτάζοντας τον γαμπρό
αυτή τη φορά.
«Θέλω απόψε να κάνουμε μια συμφωνία. Αλλιώς δεν θα
μπορέσω να συνεχίσω το συνοικέσιο. Η παράκλησή μου είναι να με αφήσετε να
τελειώσω το σχολείο και να σπουδάσω. Θέλω να γίνω δικηγόρος και να σώσω έστω
κάποια από τα κορίτσια της γης, που περνούν τα ίδια. Δεν έχω πρόβλημα να γίνω
χριστιανή, ούτε οι γονείς μου έχουν. Ίσα ίσα. Το μόνο που θέλω είναι να με
σέβεστε όπως θα σας σέβομαι κι εγώ. Να εκτιμάτε και τους γονείς μου, που
ξενιτεύτηκαν για να σώσουν εμένα, το τελευταίο παιδί τους. Θα τιμήσω και τον
άντρα μου κι εσάς τους γονείς του. Θα φροντίσω τα παιδιά μου να γίνουν καλοί
άνθρωποι, φτάνει εσείς να με δεχτείτε ισότιμα στην οικογένειά σας.»
«Εγώ σε θέλω και σε δέχομαι» σηκώθηκε όρθιος ο γαμπρός.
«Κι εγώ» είπε με δάκρυα στα μάτια ο πατέρας του και την
αγκάλιασε.
Η μάνα του γαμπρού έσφιξε στην αγκαλιά της τη νύφη και τη
μητέρα της.
«Επιτέλους, γιε μου, θα σε αφήσω σε καλά χέρια» είπε και
τον αγκάλιασε κι αυτόν.
Από την επόμενη μέρα, η οικογένειά τους θα γινόταν
μεγαλύτερη. Θα είχαν ανθρώπους να εμπιστεύονται και να τιμούν όπως κι εκείνοι.
Κι αν ήθελε ο Θεός όλου του κόσμου, αυτά τα δύο μοναχοπαίδια μπορεί και να τους
χάριζαν πολλά εγγόνια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Πολιτική Δημοσίευσης Σχολίων του Πολύδροσος Παρνασσού.
Το περιεχόμενο (κείμενο & φωτογραφίες) προστατεύεται από πνευματικά δικαιώματα. Κάθε αναδημοσίευση ή χρήση χωρίς άδεια απαγορεύεται. ΠΟΛΥΔΡΟΣΟΣ ΠΑΡΝΑΣΣΟΥ
Διατηρήστε τα σχόλιά σας ευγενικά, πολιτισμένα και ουσιώδη. Σχόλια με υβριστικό περιεχόμενο ή προσβολές θα διαγράφονται.
Παρακαλούμε, διαβάστε την Πολιτική Δημοσίευσης Σχολίων πριν σχολιάσετε. Να αποφεύγετε να γράφετε ανώνυμα. Όλα τα σχόλια πρέπει να εγκριθούν πριν δημοσιευθούν.