Στα προπολεμικά χρόνια, τότε που η Ελλάδα της υπαίθρου ζούσε μετρημένη τη μέρα και βαριά τη νύχτα, η φτώχεια δεν ήταν απλώς μια λέξη· ήταν καθημερινότητα.....
Τα σπίτια πέτρινα και χαμηλά, οι αυλές χωμάτινες, τα πρόσωπα σκαμμένα από τον μόχθο και την αγωνία της επιβίωσης. Για τους περισσότερους ανθρώπους, το να ζήσουν τις οικογένειές τους σήμαινε συχνά να ξεπεράσουν τα όρια του νόμου.Η κλεψιά, μικρή ή μεγάλη, δεν θεωρούνταν τότε ατιμία. Αντίθετα, ήταν σχεδόν κατόρθωμα – ιδιαίτερα όταν γινόταν χωρίς να σε πιάσουν. Στα χωριά, η εξυπνάδα και η πονηριά είχαν τη δική τους αξία, πολλές φορές μεγαλύτερη από τον φόβο της τιμωρίας. Οι προύχοντες είχαν πείσει τον κόσμο πως ο όρκος στο Ευαγγέλιο ήταν ιερός και αδιάψευστος. Κανείς δεν μπορούσε –ή τουλάχιστον έτσι πίστευαν– να ορκιστεί ψεύτικα χωρίς να το πληρώσει.
Κι όμως, η ανάγκη γεννούσε ευρηματικότητα.
Στη Σουβάλα, δύο φίλοι, είχαν γίνει θρύλος για το κοφτερό τους μυαλό.
Ήταν, όπως έλεγαν οι παλιοί, «δυο σκάλες πιο πάνω» από τους χωροφύλακες.
Τη χρονιά εκείνη, τα σιτάρια είχαν πάει περίφημα και η αποθήκη του Καρούζου ήταν γεμάτη. Για τους δύο φίλους, αυτό σήμαινε πως έπρεπε να πάρουν το «μερίδιό» τους.
Το σχέδιο απλό και αθόρυβο: ο ένας πήρε στους ώμους του τον άλλον και έτσι, χωρίς να πατήσει το πόδι του στο χώμα της αποθήκης, ο δεύτερος άρπαζε τα τσουβάλια και, καβάλα στον φίλο του, τα μετέφερε έξω, εκεί όπου περίμενε το μουλάρι. Το μεσημέρι τους βρήκε ήρεμους, σχεδόν βέβαιους πως οι χωροφύλακες θα φανούν – όπως και έγινε.
Δεν άργησαν να καταφτάσουν, κρατώντας το Ευαγγέλιο στο χέρι.
Οι ερωτήσεις ήταν κοφτές, οι απαντήσεις μετρημένες. Ήρθε η στιγμή του όρκου. Ο πρώτος έβαλε το χέρι του στο ιερό βιβλίο και είπε:
«Αν άπλωσα τα χέρια μου να πάρω από την αποθήκη σακί με σιτάρι, να μου κοπούν τα χέρια».
Και ο δεύτερος συμπλήρωσε:
«Αν πάτησε το πόδι μου στην αποθήκη με το σιτάρι, να μου κοπούν τα πόδια».
Ο όρκος ήταν αληθινός.
Και οι δύο αθώοι.
Άλλη μια φορά, η εξυπνάδα είχε νικήσει τον νόμο.
Αργότερα, όταν οι ιστορίες αυτές λέγονταν στα καφενεία και στις αυλές, γινόταν φανερό πως παρόμοια περιστατικά συνέβαιναν και σε άλλα χωριά.
Η Σουβάλα δεν ήταν εξαίρεση· ίσως απλώς οι Σουβαλιώτες, πιο φτωχοί από άλλους, να έγιναν οι πρώτοι διδάξαντες.
Γιατί τότε, σε μια Ελλάδα που πάλευε να σταθεί όρθια, η επιβίωση ήταν πάνω απ’ όλα – ακόμη και πάνω από τον φόβο του όρκου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Πολιτική Δημοσίευσης Σχολίων του Πολύδροσος Παρνασσού.
Το περιεχόμενο (κείμενο & φωτογραφίες) προστατεύεται από πνευματικά δικαιώματα. Κάθε αναδημοσίευση ή χρήση χωρίς άδεια απαγορεύεται. ΠΟΛΥΔΡΟΣΟΣ ΠΑΡΝΑΣΣΟΥ
Διατηρήστε τα σχόλιά σας ευγενικά, πολιτισμένα και ουσιώδη. Σχόλια με υβριστικό περιεχόμενο ή προσβολές θα διαγράφονται.
Παρακαλούμε, διαβάστε την Πολιτική Δημοσίευσης Σχολίων πριν σχολιάσετε. Να αποφεύγετε να γράφετε ανώνυμα. Όλα τα σχόλια πρέπει να εγκριθούν πριν δημοσιευθούν.