Για τη φτώχεια είχε συνειδητοποιημένη άποψη. Αν και, στη δική του περίπτωση, δεν έφτανε στο ύψος που την παρουσίαζε. Όσο για την πείνα που είχε, περισσότερο σε στέρηση πνευματική παρέπεμπε, παρά στη λίμα του πεινασμένου ή του αχόρταγου. Στην πράξη μπορούσε να μασάει ό,τι έβρισκε..... Ακόμα κι αν ήξερε πως ήταν για πέταμα. Τι τα θες, ένας Τσάρλι ήτανε, ένας και μοναδικός. Είχε κερδίσει επάξια τον χαρακτηρισμό, από τη συνήθεια να επαναλαμβάνει τη λέξη «Checkpoint», για επιβεβαίωση. Είχε κολλήσει στο μυαλό του από τότε που άκουσε πως το «Checkpoint Charlie» ήταν το πιο γνωστό σημείο διέλευσης του Τείχους του Βερολίνου, σύμβολο της διαίρεσης Ανατολής-Δύσης. Άρεσε τόσο που στο τέλος επικράτησε, υποσκελίζοντας το όνομά του. Δεν πέρασε ποτέ από το μυαλό του ότι θα μπορούσε να έχει και άλλες σημασίες. Οι άλλοι όμως το γνώριζαν (1)* .
Δεν χόρταινε με τίποτα, παρά τις παρατάσεις που έδινε στο μάσημα. Την ελιά τρεις δαγκωματιές, το καθαρό λίπος του ψημένου αρνιού μέχρι να λιώσει από τη θερμοκρασία του στόματος, την ξερή κόρα του ψωμιού ώσπου να μαλακώσει από το σάλιο, οι φλούδες των πορτοκαλιών να αλέθονται σαν σε ζυμωτήριο, τα πιο σκληρά κορόμηλα να παραμένουν στο στόμα μέχρι ν’ αναδεικνύεται το άρωμα και τα ζάχαρά τους, όπως στη μαρμελάδα.
Έτσι τον είχε μάθει η μάνα του. «Πρέπει να τιμάς και το ψίχουλο. Στον πόλεμο οι άνθρωποι σκοτώνονται για μια μπουκιά ψωμί» του έλεγε. Το μάτι του δεν χόρταινε και το μυαλό του δεν σταματούσε να ψάχνει τρόπους να το γεμίσει. Ποτέ δεν άφηνε γι’ αύριο αυτό που του πρόσφεραν σήμερα· δεν ήταν σίγουρος ότι θα το ξανάβρισκε. Κάποτε, είδε στο Πρωτοχρονιάτικο πρόγραμμα της τηλεόρασης, μερικούς Σκανδιναβούς να χτυπούν με μία φρατζόλα ψωμί τον τοίχο, για καλή τύχη, κι έφριξε. «Το κεφάλι σας πρέπει να βαρέσετε στον τοίχο» φώναξε και την έκλεισε.
Απέφευγε τις εικόνες των σκελετωμένων παιδιών της Αφρικής, καθώς διέκρινε ανάμεσά τους και τον εαυτό του. Μέσα του αναπτυσσόταν το τέρας της μιζέριας, η προσωποποίηση της ανέχειας, προσόν κληρονομιάς από τη μάνα του, που έχασε αυγά και πασχάλια στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, μαζί και τον πατέρα του. Ποτέ δεν ξεπέρασε η μάνα του πως οι γούνες και τα καπέλα της μούχλιαζαν αχρησιμοποίητα σε πάνινους σάκους μέσα στις ντουλάπες. Στα δύσκολα, είχε προσπαθήσει να τ’ ανταλλάξει με τροφή αλλά τέτοιες εποχές ποιος τα χρειαζόταν; Όλοι πάλευαν με τη μοίρα της μεταπολεμικής ανέχειας.
Πάντως, εκείνος και η μάνα του, ποτέ δεν έχασαν την ελπίδα τους για το μέλλον. Παρότι ο χρόνος τους κορόιδευε διαρκώς. Σε κάθε αλλαγή του, υποσχόταν τα καλύτερα και αυτοί τον πίστευαν. Όπως όλοι οι άνθρωποι που βιώνουν το ελάχιστο ή το απολύτως τίποτα, που δεν τους συμβαίνει και νομίζουν ότι μπορούν να νικήσουν τη μοίρα τους και να μεταμορφώσουν τη ζωή τους. Στον ύπνο τους έβρισκαν ονειρικές διεξόδους. Πολεμώντας τις ακατάσχετες σκέψεις της αϋπνίας, μπορούσαν να είναι ό,τι ποθούσε η φαντασία τους και η στέρηση δεν τους άφηνε να χαρούν.
Τη δεκαετία του ’60, είχαν πιστέψει ότι σαν Έλληνες ήταν ο μακροβιότερος λαός στον κόσμο, καθώς, ζώντας σε μια φτωχή χώρα, ακολουθούσαν αποκλειστικά τη μεσογειακή διατροφή, έτρωγαν κρέας σπάνια και κινούνταν παντού με τα πόδια. Δύο δεκαετίες μετά, πέρασαν με το δόλωμα της ανάπτυξης από την οικονομική χαλαρότητα στον υπερκαταναλωτισμό. Τουλάχιστον η μάνα του πρόλαβε και πέθανε εκείνες τις καλές εποχές. Και μετά, πριν προλάβει εκείνος να καταλάβει τι γινόταν, τον πήρε η κάτω βόλτα.
*[1] Μπορεί να σημαίνει: "βλάκας", "ηλίθιος", "στόκος", [Αργκό (Αγγλικά/Κύπρος)], ή το γράμμα "C', που προφέρεται "Charlie" στο φωνητικό αλφάβητο του ΝΑΤΟ (NATO phonetic alphabet).
Εκείνο το βράδυ ο αέρας ήταν αποφασισμένος να θερίσει όλα τα αυτοφυή και τα σπαρμένα. Και σε όσα δεν προλάβαινε, αναλάμβανε ο πάγος να δώσει τη χαριστική βολή. Ο Τσάρλι τριγυρνούσε στο άδειο σπίτι, προσπαθώντας να ξεχάσει την πείνα του και να ζεστάνει τη μοναξιά του. Οι επιλογές του τον είχαν φέρει σε αυτό το αδιέξοδο. Με ό,τι καταπιανόταν το κατέστρεφε. Από μικρό παιδί έσπαγε τα παιχνίδια του για να δει τι είχαν μέσα. Τόση περιέργεια. Έπαιρνε στο κατόπι τη μάνα του για να δει σε ποιο σπίτι πήγαινε να καθαρίσει και παρακολουθούσε τους ιδιοκτήτες μέχρι ν’ αποδείξει ότι ήταν τελείως αδιάφοροι, για να ξαναφτιάξει τη ζωή της, και επομένως ακίνδυνοι.
Φίλους δεν στέριωνε, τους κατασκόπευε και τους υπέσκαπτε. Δεν σταματούσε μέχρι να τον διώξουν από την παρέα τους. Τότε ησύχαζε, έμενε μόνος και δεν έβρισκε κανέναν άλλον να ζηλέψει, εκτός από τον εαυτό του, αναπτύσσοντας έτσι έναν υπέρμετρο εγωισμό. Γι’ αυτό, η καχυποψία είχε γίνει ένα με τα σπλάχνα του. Φανταζόταν ότι είχε παντού εχθρούς και κατέστρωνε σχέδια πώς να ξεσκεπάσει όσους μηχανορραφούσαν εναντίον του. Φοβόταν για τη ζωή του, λες και άξιζε.
Όσες φορές πήγε να δημιουργήσει μία σχέση, έστηνε σενάρια ότι τάχα το ταίρι του ξενοκοιτούσε, φλέρταρε, και έπεφτε εύκολα σε ξένα κρεβάτια. Και δος του παρακολουθήσεις εξόδων, κινητών, μέσων κοινωνικής δικτύωσης, και ενέδρες αδιάκριτες. Κι όσο δεν ανακάλυπτε κάτι το μεμπτό τόσο σκύλιαζε. Όλες οι γυναίκες τον εγκατέλειπαν από τον πρώτο κιόλας διάστημα της γνωριμίας τους. Αν είχε κόρη θα την έδενε με αλυσίδα στο καλοριφέρ είπε σε μία κοπέλα, που μόλις είχε γνωρίσει, και δεν τον ξαναπλησίασε.
Ένα φεγγάρι δούλευε στον Δήμο και σκάλιζε τη ζωή των συναδέλφων του. Όταν έγιναν παράπονα στη Διεύθυνση δικαιολογήθηκε πως όλοι αυτοί που έψαχνε επιβουλεύονταν τη θέση του. Μόλις έληξε η σύμβασή του δεν τον ξανακάλεσαν. Ο προϊστάμενος τον κατηγόρησε γι’ αναξιοπρέπεια και αδιακρισία και του τόνισε πως έχει και η ανοχή τα όριά της. Από τότε θεωρούσε το Σύστημα σάπιο και τους πολίτες αξιοθρήνητους. Έβλεπε τους οργισμένους νέους σατανικούς και τους εκτελεστές των δρόμων απαραίτητους. Θεωρούσε τη μόρφωση επικίνδυνη και τα σχολεία εκτροφεία δολοφόνων.
Πρακτικά, χώριζε τους ανθρώπους σε δύο μέρη. Από τη μία οι βολεμένοι, που έτρωγαν με χρυσά κουτάλια και κουκούλωναν ο ένας τις πομπές του άλλου και από την άλλη ο λαουτζίκος, αγαθός και αναμάρτητος, που αγωνιζόταν για μία καλύτερη κοινωνία. Από τον θάνατο της μάνας του είχε μείνει έρημος. Μην μπορώντας ν’ αντέξει την έλλειψή της, κλείστηκε στο σπίτι και το γλεντούσε με την τηλεόραση. Ειδικά δύσκολες μέρες του χρόνου, όπως ήταν οι γιορτές.
Εκείνη τη χρονιά ο χειμώνας ήταν άγριος και, ως εκ τούτου, το σπίτι του κρύο κι αφιλόξενο. Τα ξύλα σάπιζαν στις πλαγιές του βουνού. Αν είχε μυαλό να τα μαζέψει νωρίς, όπως οι συντοπίτες του, τώρα θα έβρισκε ζεστό το παραγώνι του. Η Δασονομία είχε δώσει έγκαιρα άδεια για υλοτομία, αλλά πού μυαλό, το είχε ξοδέψει όλο για να κυνηγάει τις εμμονές του. Το βράδυ, πήγε πάλι νηστικός και ρέστος, στην ταβέρνα της γειτονιάς. Ξεροσφύρι τον ποτίσανε τα κεράσματα οι βαριεστημένοι, για να κάνουνε χάζι. Κι αυτός, όλη τη νύχτα έπινε χωρίς μπουκιά στο στόμα του. Χαράματα τον πέταξαν στο δρόμο σκνίπα στο μεθύσι. Η θερμοκρασία ήταν κάτω από το μηδέν, αλλά για έναν μεθυσμένο δεν έχει σημασία πόσο κάτω είναι. Τα πόδια του έκαναν την ίδια διαδρομή χωρίς να το καταλάβουν. Βρέθηκε έξω από το σπίτι του και βρόνταγε την πόρτα, να του ανοίξει κάποιος. Απελπίστηκε. Δεν ήταν ικανός να θυμηθεί πως ήταν ο μοναδικός ένοικος. Έβρισε, έφτυσε, φοβέρισε θεούς και δαίμονες, στο τέλος έπεσε άδειο σακί στο πεζοδρόμιο, μισός πάνω μισός κάτω, και τον πήρε ύπνος βαθύς. Εκεί τον βρήκε η κυρά Όλγα, πηγαίνοντας στην εκκλησία πρωί Θεοφανίων, και προσπάθησε να τον μετακινήσει μέσα από την πόρτα, γι’ απάγκιο. Αδύνατον. Ασήκωτος είχε γίνει. Έφερε κι αυτή μία κουβέρτα από το σπίτι της και τον σκέπασε.
«Μπα π’ να μην σώεις. Πάλι τα ίδια; Θα πιθάνις κι θα σε πλερώνουμι για κινούργιου» μουρμούρισε και συνέχισε το δρόμο της. Στο γυρισμό θα ξαναπέρναγε από ’κει να δει πως είναι.
Μία ακόμα φορά ο Τσάρλι θα πολεμούσε το κρύο για τη ζωή και τη μοναξιά του.
Κατερίνα Παναγιωτοπούλου

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Πολιτική Δημοσίευσης Σχολίων του Πολύδροσος Παρνασσού.
Το περιεχόμενο (κείμενο & φωτογραφίες) προστατεύεται από πνευματικά δικαιώματα. Κάθε αναδημοσίευση ή χρήση χωρίς άδεια απαγορεύεται. ΠΟΛΥΔΡΟΣΟΣ ΠΑΡΝΑΣΣΟΥ
Διατηρήστε τα σχόλιά σας ευγενικά, πολιτισμένα και ουσιώδη. Σχόλια με υβριστικό περιεχόμενο ή προσβολές θα διαγράφονται.
Παρακαλούμε, διαβάστε την Πολιτική Δημοσίευσης Σχολίων πριν σχολιάσετε. Να αποφεύγετε να γράφετε ανώνυμα. Όλα τα σχόλια πρέπει να εγκριθούν πριν δημοσιευθούν.