Translate

ΕΡΩΧΟΣ

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΠΕΡΙΟΧΗΣ

.... Σήμερα Κυριακή 19 Μαΐου ......

Πέμπτη 11 Απριλίου 2024

Το τελευταίο δρομολόγιο -Της Κατερίνας Παναγιωτοπούλου

Στο χωριό τα παιδιά μεγάλωναν αργά, χωρίς πολλές επιλογές. Μόνο δύο ευγενικές προσφορές έδινε η ζωή στη νέα φύτρα: τη φύση και τα όνειρα. Ο ήλιος φώτιζε με χρώματα τα όνειρά τους κι αυτά δυνάμωναν την τόλμη τους ν’ ανοίξουνε φτερά. Κι όταν τα στοιχειά της φύσης αγρίευαν, έμεναν μόνο τα όνειρα να κρατάνε ζωντανή την ελπίδα κάτω απ’ τις βαριές υφαντές κουβέρτες.....

Τα βράδια της εφηβείας της, η Μαρίνα πήγαινε με τον πατέρα της στο Σταθμό. Εκείνος για να μεταφέρει τους επιβάτες του τρένου κι αυτή για να χαζεύει τα φωτισμένα βαγόνια, που πέρναγαν καμαρωτά, γεμάτα άλλοτε με ανθρώπους κι άλλοτε με εμπορεύματα. Κάποιες φορές, τα τραίνα στέκονταν για λίγο, περιμένοντας τη διασταύρωσή τους με τις ταχείες εμπορικές αμαξοστοιχίες, που έρχονταν από την αντίθετη κατεύθυνση και πέρναγαν γρήγορα, πριν προλάβει να μετρήσει τα βαγόνια τους. Η Μαρίνα παρατηρούσε τους ανθρώπους, να έρχονται και να φεύγουν. Αναζητούσε τα φευγαλέα πρόσωπα, που κοίταζαν πίσω από τα χοντρά τζάμια των βαγονιών, αποτύπωνε τις εικόνες τους ανοιγοκλείνοντας τα βλέφαρα και τις συγκρατούσε στη μνήμη της, όπως κάνει η φωτογραφική μηχανή στο φιλμ αλλά χωρίς ήχο επιβεβαίωσης. Κι όταν το τραίνο ξεκινούσε και τα βαγόνια κυλούσαν αργά πάνω στις ράγες, εκείνη έτρεχε παράλληλα και τα αποχαιρετούσε ένα ένα. Έτσι, προλάβαιναν οι ταξιδιώτες να καταλάβουν πως δεν περνούσαν απαρατήρητοι, ούτε και ξεχασμένοι αν τύχαινε να ξαναπεράσουν. Τις νύχτες, πριν κοιμηθεί, ανακαλούσε αυτές της εικόνες και φανταζόταν τις ζωές εκείνων των ανθρώπων, τον προορισμό τους, τη χαρά ή τη λύπη τους. 

Της άρεσε να ρουφάει τη μυρουδιά των ταξιδευτών, που την έφερνε ο αέρας πηχτή στα ρουθούνια της μαζί με τον καπνό από το φουγάρο. Στα ταξίδια της με το τρένο διάλεγε πάντα θέση δίπλα στο παράθυρο κι εστίαζε την προσοχή της στο χοντρό γυαλί με τις θολές εικόνες, που χάνονταν γρήγορα προς τα πίσω. Όταν ζαλιζόταν, κατέβαζε το τζάμι κι άφηνε τον κρύο αέρα να χτυπάει το πρόσωπό της. Το έκλεινε μόνο όταν πάγωνε ή όταν η έντονη μυρουδιά του καπνού, που έστελνε το φουγάρο, τρύπωνε στα ρούχα της και στα σωθικά της για να μείνει. Τότε κούρνιαζε στο κάθισμα και παραδινόταν στο επαναλαμβανόμενο αγκομαχητό του βαγονιού, που την νανούριζε με το λίκνισμά του.

Τα χρόνια περνούσαν, οι μικροί μεγάλωναν και οι νέοι έφευγαν, αφήνοντας πίσω τους μια μελαγχολία, που θόλωνε τα όνειρα όσων περίμεναν και τους οδηγούσε στην παραίτηση. Το σφύριγμα του τρένου ήταν ένας τρόπος αφύπνισης, κρατούσε τις ζωές τους ζωντανές. Με το πέρασμα του χρόνου οι προτεραιότητες των ανθρώπων άλλαζαν και οι συνήθειες αλλοτριώνονταν, όμως εκείνο το σφύριγμα έστελνε στις καρδιές σημάδια τόσο γνώριμα όσο και η καμπάνα της εκκλησιάς. Έφτασε και η ώρα ν’ αποχαιρετίσει η Μαρίνα αγαπημένους και ν’ αφήσει πίσω της πολλά από τα παλιά. Στην πορεία αρκετά από αυτά θόλωσαν από μόνα τους, άλλα παραμερίστηκαν από την ίδια σπαρακτικά. «Προσωρινά» είπε μέσα της αλλά με τα χρόνια αποδέχτηκε την έλλειψή τους σαν αναγκαίο βίωμα. Ό,τι αποχωρίστηκε το θυμόταν με νοσταλγία, και το αναζητούσε σε κάθε επιστροφή της στο χωριό. 

Ώσπου, έφτασε η στιγμή ο αποχαιρετισμός να γίνει επιθετικός προσδιορισμός και να ταυτιστεί με την οριστική απώλεια. Πρώτα έφυγαν οι άνθρωποι της οικογένειάς της – ο καθένας με τη σειρά του, ευτυχώς. Όμως όπως και να το κάνεις η έλλειψη είναι έλλειψη και το κενό του καθενός μεγάλο. Άδειασε το σπίτι, έφυγαν οι μυρωδιές της ζωής και γέμισε ζούδια, μούχλα και μοναξιά. Εκείνη είπε το δεν βαριέσαι έτσι είναι η ζωή και συνέχισε να πηγαίνει στο χωριό για να θυμάται. Το καθάριζε, κάθε φορά από την αρχή σαν να μετακόμιζε, και ύστερα έστηνε τις φωτογραφίες των αγαπημένων της στο τζάκι και τους μιλούσε. Τους έλεγε όλα τα μυστικά της και κανένας δεν έφερνε αντίρρηση. Ώσπου ήρθε και η σειρά του τρένου. 

 Το τρένο σφύριξε για τελευταία φορά ένα σούρουπο, τις πρώτες μέρες ενός Φλεβάρη. Δεν ήταν κανείς εκεί. Μόνο κάτι σκυλιά το αποχαιρέτισαν με τ’ αλυχτίσματά τους και τα πουλιά που φτερούγισαν μέσα απ’ τα φυλλώματα των γύρω δέντρων. Στο εξής όλα τα τρένα θα περνούν από τη νέα γραμμή που ήταν συντομότερη. Ο πατέρας της δεν θα ξαναπήγαινε στο σταθμό να μεταφέρει τους ταξιδιώτες στο χωριό. Αυτό ήταν σίγουρο, αφού ήταν χρόνια πεθαμένος. Ούτε κι εκείνη θα ξαναμετρούσε τα βαγόνια των διερχόμενων τρένων. Ο μικρός σιδηροδρομικός σταθμός του χωριού της θα έμενε έρημος. Ούτε συρμός, ούτε καπνός φουγάρου, ούτε μηχανής αγκομαχητό, ούτε βαλίτσες, ούτε ταξιδιώτες, ούτε κόσμος και καλάθια στους διαδρόμους, ούτε σφύριγμα σταθμάρχη. Μόνο σιωπή. Η μυρουδιά των βαγονιών θα έμενε μες στην καρδιά της και το σφύριγμα της αμαξοστοιχίας «501», που εκτέλεσε το τελευταίο δρομολόγιο, θα ήταν ο αποχαιρετισμός στη νιότη της.  

Κατερίνα Παναγιωτοπούλου

Στην ΕΝ ΔΕΛΦΟΙΣ του Σαββατοκύριακου





 

1 σχόλιο:

  1. Εξαιρετικό ,καλό να το διαβάσουν κάποιοι πολιτευτές,αν βέβαια βρουν χρόνο τώρα που τρέχουν να επιβεβαιωθεί το κόμμα τους μέσω ευρωεκλογών

    ΑπάντησηΔιαγραφή