Δευτέρα 24 Ιανουαρίου 2022

ΤΑ ΠΑΛΙΑ ΜΑΓΑΖΙΑ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ ΣΟΥΒΑΛΑΣ Του Γιώργου Αθ. Δρίβα


 Θα προσπαθήσω να θυμηθώ τα μαγαζιά της πλατείας της Σουβάλας, από το 1960  ως το 1970 κυρίως.  Φυσικά είναι ευπρόσδεκτο κάθε συμπληρωματικό στοιχείο, αν κάποιος γνωρίζει περισσότερα......

Πάνω ακριβώς από το κρεοπωλείο του Θανάση Μουτσιανά σήμερα, υπήρχε η ταβέρνα του Λουκά Μουτσιανά (θείου του και πατέρα του Χρήστου Λ. Μουτσιανά). 



Αργότερα την ενοικίασε ο  Κώστας Παπαδήμας  (Δόκιμος) και τη λειτούργησε με επιτυχία. Θυμάμαι που ερχόταν εκεί συχνά μια Δαδιώτικη παρέα  και τραγουδούσαν τα αθάνατα τραγούδια του Θεοδωράκη, (άπονη ζωή κλπ). Η γειτονιά τα άκουγε με ευχαρίστηση ως αργά το βράδυ χωρίς καμιά διαμαρτυρία.


Εν συνεχεία ήταν το κρεοπωλείο του Γιώργου Μουτσιανά, αυτό που σήμερα συνεχίζει ο γιός του Θανάσης Μουτσιανάς. Είχε πάντα καλά κρέατα, στο δε ευχάριστο παρουσιαστικό του δέσποζε ο αρειμάνιος μύστακας.

Μετά υπήρχε το καφενείο του Λουκά Διαμαντώνη. 

Μπροστά στο πεζοδρόμιο του καφενείου, ήταν δυο πελώρια πλατάνια, όπου φώλιαζαν σμήνη σπουργιτιών, (τα λέγαμε τσιρολίθια) που ενοχλούσαν τους θαμώνες με τις κοτσιλιές τους.  Τί έκανε τότε ο μπάρμπα Λουκάς:  κρέμασε στα πλατάνια δυο τεράστιες κουδούνες , με σκοινί στα γλωσίδια τους, που κρεμόταν ως κάτω.  

Όταν έφτανε η ώρα της κούρνιας, τραβούσε το σκοινί και οι κουδούνες χαλούσαν τον κόσμο, με αποτέλεσμα τα σπουργίτια να φύγουν. Μετά από λίγο, όταν ξανάρχονταν τα πουλιά, πάλι οι κουδούνες ηχούσαν  και συνεχιζόταν το ίδιο βιολί. 

Τις είχα χτυπήσει κι εγώ κάποια φορά θυμάμαι, θα ήμουνα τότε 12 χρονών. 

Μετά το καφενείο αυτό το πήρε ο Χρήστος Λιάρτης  και εν συνεχεία ο Στάθης Ανάγνος.  Αργότερα το αγόρασε ο Γιώργος Κυρίτσης, το ανακαίνισε και είναι το σημερινό ‘’Πέτρινο’’.

Πιο κάτω στο δυτικό μέρος της πλατείας, ήταν το καφενείο του Νίκου Φούρλα  (Μπελιφάντης). Τί γλέντια είχαμε κάνει εκεί, κυρίως τις απόκριες. Σήμερα το συνεχίζουν σαν καφετέρια , τα παιδιά του, ο Θοδωρής κι ο Στάθης.

Ακριβώς δίπλα, λειτουργούσε το καφενείο του Θανάση Βέλλιου.  Εκεί στηνόταν η εξέδρα για τη μουσική, σε όλα τα πανηγύρια και σε κάθε γλέντι. 


Και ποιοι τραγουδιστές δεν πέρασαν από κει, με πρώτους και καλύτερους τους Τζιβαραίους, τον Ανδρέα Τσαούση, τον Κάβουρα, τον Στάθη Αδάμ  και άλλους,  όλο το ‘αφάν κατέ’ της δημοτικής μουσικής. 


Ο  χορός κράταγε ως τις πρωινές ώρες. Δίπλα δεν υπήρχε ακόμα ο Κωτσιούλας, ήταν οι κατοικίες των αδελφών  Στοφόρου και Λουκά Βέλιου.


Παραπέρα στα βόρεια της πλατείας, υπήρχε το εμπορικό κατάστημα του Νίκου Παπαστάμου, με την επιγραφή
  ‘’ Ντύνει – Στολίζει – Νοικοκυρεύει ‘’ .  

Οι νοικοκυρές του χωριού εύρισκαν εκεί ρούχα , παπούτσια για την οικογένεια, εξοπλισμό σπιτιού, σε καλή ποιότητα και προσιτή τιμή. 

Ο Νίκος Παπαστάμος, εκλέχτηκε Πρόεδρος του χωριού επί τέσσερες τετραετίες.


Κολλητά με του Παπαστάμου και γωνία, ήταν το καφενείο του Κώστα Σβίγγου, πατέρα του Θανάση Σβίγγου του Δάσκαλου.  Μιάμιση δραχμή ο καφές, και δύο δραχμές η πορτοκαλάδα Ελάτειας.  Αργότερα το μαγαζί το ενοικίασε ο Χρήστος Λιάρτης, όπου πίναμε ωραία ουζάκια. Εν συνεχεία το πήρε ο Κώστας Παπαδήμας και σήμερα το έχει η Ρούλα Παπαδήμα.



Ανατολικά της πλατείας, ήταν το μπακάλικο του Λουκά Κολοκύθα, υπεραγορά με τα όλα της. Σήμερα το συνεχίζουν οι απόγονοι.

Από πάνω, στην ιδιοκτησία του Στάθη Κούσουλα, έπαιζε σινεμά ο Γ. Καρανάσιος από το Κηφισοχώρι. Τα έργα πότε μελό , πότε λίγο τολμηρά (όσο έπρεπε) , διασκέδασαν μικρούς και μεγάλους.  Αργότερα ο Στάθης χώρισε στα δυο την αίθουσα κι έγιναν εκεί το ραφτάδικο του Θόδωρου Θάνου (Κοντογιάννη) και το κουρείο του Γιάννη Ρέβα. 


Και οι δύο τους, άνθρωποι εξωστρεφείς, με χιούμορ και καλοσύνη.  Να αναφέρω εδώ ότι ο Στάθης Κούσουλας, κράτησε έν

Να μικρό κομμάτι στο πάνω μέρος της αίθουσας και το είχε σαν καφενείο. Εκεί τον βρίσκαμε πολλές φορές παρέα με την κιθάρα του, τον ρομαντισμό του και τις καλλιτεχνικές ανησυχίες του…

Τέλος, πίσω απ’ την εκκλησία, ήταν το εμπορικό του  Τσαρμακλή  ή (Τσαμαντάνη), πρώτα του πατέρα Στάθη και αργότερα του γιού Μπάμπη.  

– Είναι καλό αυτό Μπάμπη ; ρωτούσε ο πελάτης. 

‘’Α, μην κάνεις κουβέντα,  είναι εξαιρετικότατο, σούπερ’’  έλεγε!

Τις δεκαετίες του ’60 και του ’70, απ ‘ τα άγρια χαράματα ακόμα, βούιζε η πλατεία απ΄τις φωνές των εργατών, προλετάριων Σουβαλιωτών, που έπιναν τον καφέ τους και κινούσαν για τις δουλειές τους προς κάθε κατεύθυνση.

Οι φωτογραφίες είνα από τα αρχεία του Λαογραφικού - Ιστορικού Συλλόγου και από το Πολύδροσος Παρνασσού

2 σχόλια:

  1. Πληροφοριακά να συμπληρώσω τον ξάδερφο Γιώργο..... Στο κομμάτι το Κουσουλέικο που ήταν το Ραφείο και το Κουρείο, στεγάστηκε για τρία περίπου χρόνια από το 1962 μέχρι το 1965 το Ταχυδρομείο πριν πάει στου Αμπελουργού......

    Γιάννης Αθ. Λαγός

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Αλέκος Ι. Βαλάσκας25 Ιανουαρίου 2022 - 8:32 μ.μ.

    Και εγώ με τη σειρά μου "διορθώνοντας" τον ξάδερφο να συμπληρώσω, στην αναφορά του για το Καφενείο του Διαμαντώνη:
    1. Πρώτος ιδιοκτήτης του ήταν ο μπάρμπα- Κώστας Διαμαντώνης & όχι ο Λουκάς (φαίνεται όρθιος στο μέσον της φωτογραφίας)
    Ήταν δε άκληρος και μετά το δικό του θάνατό & της γυναίκας του γερο-Βασίλως το Καφενείο κληρονόμησαν οι δύο αδελφές Μητρού Ε. Ανάγνου & Γεωργία Φωτ. Σταματίου οι οποίες & το ενοικίασαν αρχικά στον Χρ. Λιάρτη & αργότερα το δούλεψαν συνεταιρικά οι άνδρες τους, μπάρμπα-Φώτης & μπάρμπα- Στάθης.
    2. Επίσης τις όντως τεράστιες κουδούνες, ανέβηκε & κρέμασε στα πελώρια πλατάνια έμπροσθεν του καφενείου ο μπάρμπας μου Γιώργος Πάντος (Κουγιώτας).
    Όσο για τ' Κούσλα το Καφενείο και τα όσα διαδραματίζονταν εκεί και που για πολλά χρόνια διατηρούσε στην ανατολική πλευρά της πλατείας από τη δεκαετία του 1920 ο μπάρμπα- Γιάννης ο Κούσουλας με τη θειά-Φροσύνη & αργότερα ο μπάρμπα- Στάθης οι επισκέπτες του ιστολογίου μπορούν να διαβάσουν περισσότερα στο : https://lispolydrosou.blogspot.com/2021/01/blog-post_24.html

    ΑπάντησηΔιαγραφή