Κυριακή, 4 Απριλίου 2021

Η ΦΡΟΣΥΝΗ Γράφει ο Μήτσος Αδρύμης - ΜΕΡΟΣ 2ο

Συνέχεια από το προηγούμενο....


 Όμως η άνοιξη είναι πολύ εκκεντρική νεράϊδα. 

Δέν τής φτάνει πού συνταράζει τά δέντρα.

 Δέν τής φτάνει πού ξετρελαινει τά ζωντανά. 

Θέλει σώνει καί καλά νά βασανίζει καί τούς γερόντους. ....

Ένα βράδυ πού γύρισε απ’ τήν ταβέρνα ο Ζάμπρας, φώναξε τή Φροσύνη καί τήν κάθισε στό σκαμνί. 

Τέρα νά δείς τής είπε,εσύ είσαι στέρφα, παιδιά δέ κάνεις καί αποφάσισα νά πάρουμε τ’ Μόρφω γιά παιδί μας, νά μάς κοιτάξει καί στά γεράματα, καί νά του γράψουμε ότι περιουσία έχουμε, καί νά μάς μαγειρεύει, αφού εσύ λείπεις στά χωράφια όλη μέρα. 

Η Φροσύνη η κακομοίρα, έσκυψε το κεφάλι υπομονετική καί σιωπηλή, καί είπε....διστακτικά. Νά ..ξέρω γώ ..νά ρωτήσουμε καί τό κορίτσι άν θέλει…..έτσι ήθελε νά δώσει χρόνο στόν εαυτό της νά τό σκεφτεί καί νά ρώταγε καί τά αδέρφια της. 

Όμως ο Ζάμπρας ήταν κάθετος. Τά έχω κανονίσει εγώ.

 ΄Εχω μιλήσει καί τά έχω βρεί. 

Εσύ μονάχα μή γκρινιάξεις τ’ακούς? τό είπε καί πάει τέλειωσε.

 Έτσι η Μόρφω στογγυλόκατσε στο σπίτι και ήταν ποια η αναμφισβήτητη νοικοκυρά του σπιτιού. 

Αυτή μαγείρευε, αυτή σκούπιζε, αυτή έπλενε, αυτή όλες τις δουλειές του σπιτιού 

Η Φροσύνη είχε τις δουλειές στα χωράφια. 

Σαν ήρθε η άνοιξη και ο Ζάμπρας θα ανέβαινε στο βουνό για τις δουλειές του πήρε καί τη Μόρφω κοντά με το πρόσχημα να του μαγειρεύει. 

Είχαν φτιάξει μια καλύβα με ελατόκλαρα και τσίγκια από πάνω για τη βροχή, και εκεί κοιμόντουσαν τά βράδυα, ήταν κανονικό ζευγάρι ποια. Λιαμέτια και για τους δυό. Μπόλικο οξυγόνο,καλό φαϊ και αγκαλιές. 

Η Μόρφω κατέβαινε κάθε δυό μέρες στο χωριό με τά μουλάρια φορτωμένα καυσόξυλα καί τό βράδυ ήταν στό βουνό με κοψίδια γιά κοντοσούβλι καί νταμιζάνες κρασί. 

Το χινόπωρο πού κατέβηκαν στο χωριό η Μόρφω έστρωσε διπλό κρεβάτι. 

Η Φροσύνη αντέδρασε όχι πώς δεν είχε καταλάβει τι γινόταν αλλα……μπροστά της? επίσημα ποια? ξετσιπωσιά ……. 

Και μια μέρα πού κοιτάστηκε να ξαποστάσει, έγινε τ’αναπάντεχο. 

Κατέβηκε από τη γκλαβανή πού κοιμότανανε με τη Μόρφω στο υπόγειο ο Ζάμπρας βρίζοντας και μουγκρίζοντας σά θηρίο. 

Πάρτο απόφαση της είπε. Εγώ αυτή εχω γυναίκα και σύ να πάς στον αγύριστο. 

Αυτή η φουκαριάρα δε μίλησε, κατάλαβε ότι ήταν πιωμένος. 

Αυτός τη βούτηξε από τις κοτσίδες και της γύριζε το κεφάλι πίσω καί τη χτύπαγε με όση δύναμη και μανία μπορεί να βάλει ανθρώπου νούς  Μούγγριζε σά θεριό, κι όπως τη σουρομάδαγε πέρα δώθε άφριζε απ’ τη λύσσα και το κακό του. 

Σε μια στιγμή μπήκε στο κατώϊ και η Μόρφω αλλά δε μίλησε και ούτε είπε τίποτα. Έκλεισε μόνο την πόρτα να μην ακούγεται ο σκουσμός. 

Η Φροσύνη πεσμένη στο χώμα κράταγε το κεφάλι της να γλυτώσει απ’ τις κλωτσιές και παρακάλαγε τη Παναγία να γλυτώσει. Κουρκούτιασε το μυαλό σ’? φώναξε με όση δύναμη της είχε απομείνει και αφού του ξέφυγε, πετάχτηκε έξω από την πορτοπούλα, δρασκέλισε τον τοίχο και πήγε νύχτα στο σπίτι του αδερφού της. 

Ηταν βαθειά μεσάνυχτα όταν πέταξε πετραδάκια στα παντζούρια και τον φωναξε. 

Της άνοιξε μπήκε μέσα και ήταν στο κακό χάλι. 

Πλύθηκε και έσκισε η γυναίκα του ένα παλιοσέντονο και της έδεσε τις πληγές. 

Κοιμήθηκε στο σπίτι του αδερφού της εκείνο το βράδυ. 

Την άλλη μέρα, περίμενε εκεί στο σοκάκι τού Τσαρούχα, τά παιδιά του αδελφού της να γυρίσουν από το Σχολειό καθισμένη σε μια μισοχαλασμένη μαντρα, και όλο αναστέναζε και το βλέμα της απλανές να κοιτάζει τον ορίζοντα λές και κάτι περίμενε. 

Την αγαπούσαν τη Φροσύνη τά παιδιά όλο τά χάϊδευε και τους έλεγε ιστορίες.

Τους μιλούσε, για τις δουλειές στα χωράφια,τον θέρο, τον τρύγο, τα μουλάρια της τον Ντορή και τον Κοκκίνη όπως τα φώναζε, το αλέτρι, τη σβάρνα, τα παλατσόνια και τις λεμαριές. 

Τους μιλούσε για τά γεννήματα, το στάρι, το καλαμπόκι, τη βρώμη, το κριθάρι, το βαμπάκι, και την αξία τους για τον άνθρωπο. 

Για τους σποριάδες, που σαν γύριζε το βράδυ μες’ στην παιδεψίλα έσταζε η βροχή απαράλλαχτα όπως έσταζε απ’ τα μουλάρια της. 

Κυλισμένη και πασσαλειμένη κοκκινόγια. 

Εκείνη τη φοβερη λάσπη,γλιστερή να δείς σαν γουρονίσια γλίνα. 

Πας να φύγεις, αλλα που να περπατήσεις! 

Σέρνεσαι, σε μαγκώνει η γης, σε ρουφάει σαν βεντούζα. 

Γλιστράς, παραπατάς, πέφτεις βλαστημάς σούρχεται να χτυπηθείς και να παλαίψεις μαζί της. Αμ’ δε. Μη χτυπιέσαι άδικα. ΄Ησυχα  πρέπει να φρονιμέψεις. 

Μόνο έτσι παρακαλεστικά, με σκυμμένο κεφαλι, σ’αφήνει η κυρά λάσπη να περάσεις πάνω της. 

Βαρυαναστέναζε τότε τελεμένη σα ν’αβγαινε απ’ το στήθος της , μαζί τόση πίκρα και τόσο κακό και απ’ το στόμα της, σα να’βγαινε ρεκατιο. Χάς’ ντε με τη’ν γεωργότεχνη σ’.

 Ύστερα γαλλήνευε  καθόταν στο παραστόξυλο να στεγνώσει τη σκέπη της και ετσι απότομα τσαπ μας αρράδιαζε ιστορίες για μαυλιστικά σουράβλια που άκουγε στο ξηριά και να βλέπεις, μολόγαγε πειστικά, τις νεράιδες να κατεβαίνουν όμορφες και κουνιστές! Χορεύοντας, πετάνε ένα - ένα τα πέπλα τους και όπως δένονται τα χέρια τους, σε κλείνουν και στριφογυρίζουν όλο μαριολιές ερωτικά γύρω σου. 

Τα μαλλιά τους είναι σαν βρόχια που φτάνουν ξαπολυτά ως κάτω στις τριανταφυλλένιες πατούσες τους. 

Τα πλεγμένα χέρια τους στενεύουν τον πλανευτικό κλοιό γύρω σου και σε καλεί η κάθε μια με το όνομά σου κάνοντας μύρια γλυκά ερωτικά γνεψίματα και χίλια νάζια. 

Μα εσυ τίποτα. 

Ετσι έκανες και μίλησες, πάει η μηλιά σου, χάθηκες  

Και μεις ακούγαμε συνεπαρμένοι σε μια αλλοπαρμένη υποβλητική παραίσθηση, και αυτή μολογώντας εκει καθισμένη στο παραστόξυλο μας έψηνε παπαδίτσες, ψημένα ξερά καλαμποκόσπυρα που έσκαγαν όπως ψήνονταν στην παραστιά, σαν ελάχιστα βεγγαλικά. 

Κάθησε λίγο καιρό στο σπίτι του αδερφού της, αλλα βολόδερνε δεν τη χωρούσε ο τόπος. 

Αποφάσισε να πάει να μείνει στον σταύλο πού είχε κοντά στο χωριό αφού τον μοιράστηκε με τά ζωντανά της. 

Εκεί ποια ήταν το βασίλειό της. Είχε μια στόφα με ξύλα για το μαγείρεμα και για το κρύο το χειμώνα, καί γιά φώς μιά λάμπα πετρελαίου. 

΄Εφτιαξε παρτέρια και έβαλε ντάλιες, και μαντζουράνες λές και πήρε καινούργια δύναμη, λές και ξανά νιωσε. 

΄Εριχνε πάνω της ένα αμπέχωνο να μην τή γκιάξει το απόγειο πού κατέβαινε από τη Λιάκουρα δροσερό και διάφανο, κι αγνάντευε κατά το μισόκαμπο και το πετρίλα τις λουλουδιασμένες κουτσουπιές, τις αμυγδαλιές και τά φροξυλάνθια πού στόλιζαν τά χωράφια πού πρασίνιζαν απ’ τίς σπαρμουδιές. 

Χάϊδευε τους βασιλικούς, το δυόσμο, το δεντρολίβανο, τά ανθισμένα τριαντάφυλλα, τά γαρούφαλα, τά μανουσάκια και τις βιολέτες, πού στόλιζαν τά κασόνια της.

 Έτσι το καλύβι της Φροσύνης έπερνε άλλη όψη. 

Και κεί κάτω από την αστρέχα, έχτιζαν τά χελιδόνια φωλιά, τι εύκολα πού εύρισκαν τόπο να χτίσουν τις φωλιές τους εκεί πέρα, και πόσο άφοβα ζούσαν τά καημένα. 

Θαρρείς γνώριζαν και αυτά τά παθια της και της έκαναν παρέα. Και τότε πού η φύση έπερνε μια γλύκα και όλα ησύχαζαν, έβγαινε από το στόμα της λυπητερό τραγούδι. 

<< Μένα μου το ‘παν δυό πουλιά 

δυό μαύρα χελιδόνια 

πως θα περάσω βάσανα 

πως θα περάσω ντέρτια …..>> 

Και ήταν ήχος αργός, βραχνός πού δεν έμοιαζε με φωνή γυναίκας, λυπητερός, πού σήκωνε τις τρίχες και σε σπάραζε, ήχος βγαλμένος σαν από ζωντόβολο και όχι από άνθρωπο, ήχος πού κατέβαινε και υψωνόταν, και πνίγονταν και χύνονταν και δέρνονταν, ήχος πού ήταν και μίλημα και ούρλιασμα και θρήνος και παράπονο και κλάψιμο και γέλιο και βρισιά και τραγούδι. Τραγούδι απελπισμένης ψυχής. 

Και όσοι πέρναγαν από κοντά, στέκονταν, άκουγαν, ανατρίχιαζαν, αυτιάζονταν, ένοιωθαν ,κουνούσαν τά κεφάλια κι έλεγαν.

΄Αει πάει η κακομοίρα ……..λάλησε. 

Πέρναγε ο καιρός και εκεί δίπλα στο καλύβι της Φροσύνης τά χωραφάκια πουλήθηκαν και χτίστηκαν ντιζαϊνάτες βίλες, πού ενοχλούσαν τά ζωντανά της τις καινούργιες , μοντέρνες και παρφουμαρισμέρνες γειτόνισσες . 

Και όλο γκρίνιαζαν . 

Ο σκοπός τους όμως δεν ηταν αυτός. ΄Ηταν να αγοράσουν το καλύβι της. Και όλο θύμωνε και τους έδιωχνε όταν της έκαναν τέτοια πρόταση. Κάθιζε μπροστά στο σκαλοπάτι της καλύβας και πελεκούσε κι έσκιζε δαδιά για το χειμώνα. Κι όλο έβλεπε το φράχτη να ζυγώνει στην καλύβα της και να φτάνει στη ρίζα της φιρικιάς, πού ήταν μπροστά από την καλύβα. 

Σηκωνόταν τότε και έπερνε τά κλαρούδια από τις αγλανιές πού έτρωγαν οι γίδες και στέριωνε το φράχτη. 

Και όλο πιανόταν με το γείτονα. 

Και πάλι της γύρευαν να πουλήσει τον τόπο με τη φιρικιά και έτσι να βγεί πάντα από την υποψία.

Μά η Φροσύνη την ήθελε την φιρικιά. 

Την ήθελε γιατί την είχε κεντρωμένη η ίδια. 

Τήν ήθελε γιατί καθόταν στον ίσκιο της το καλοκαίρι. 

Την ήθελε για τά φιρίκια της, πού όταν τά μάζευε είχε μια χαρά και μας τά έφερνε δεμένα στο μαντήλι. 

Και συνέχιζε να πελεκάει τά δαδιά, να σκίζει κανένα ξύλο για τη στόφα, όσο πού κουραζόταν. 

Και τότε ξανακαθόταν πάλι ασάλευτη και κοίταζε μπροστά της, και φαινότανε σαν κάτι να περίμενε. 

΄Αν ήταν τούτο πού περίμενε, ηρθε. 

Μια μέρα, εκεί πού κοίταζε, ο φράχτης δε χόρευε, μπροστά της, πιά δεν περπατούσε, είχε χαθεί . Ακόμα της φάνηκε πώς και η καλύβα άξαφνα χάθηκε και πάει. ΄ Εβγαλε φωνή και έπεσε χάμω. 

Της φάνηκε πώς χάθηκε κι όλος ο κόσμος μαζί με την καλύβα, την αγαπούσε πολύ. 

Την ήθελε να κάθεται , ήταν το σπίτι της πού θα πέθαινε μέσα. 

Ξαναφώναξε, μά απόκριση δεν πήρε, καί όπως άπλωσε το χέρι, άγγιξε τον τοίχο και ένιωσε τότε πώς η καλύβα ήταν εκεί, δεν χάθηκε. 

Σύρθηκε πασπατευτά ως το κατώφλι και με το ζόρι άνοιξε την πόρτα και ξάπλωσε στο κρεβάτι. Την κατακυρίευσε και κείνος ο βήχας. 

Και σερνόταν έτσι πολύ καιρό, και μια μέρα έπεσε απ’ τά πόδια της. 

Τώρα δεν έσκιζε ξύλα παρά καθόταν στο πεζούλι της πόρτας και κοίταζε με άδεια μάτια και φαινόταν, πώς κάτι περίμενε. 

Αν εκείνο πού περίμενε, ήταν ο Ζάμπρας, αυτός ήρθε.

΄Ηρθε και την πήρε σπίτι, αφού πήρε και τά χρήματα πού φύλαγε η έρμη απ’ τη σύνταξή της.

 Ένα βράδυ την κάθησαν στο σκαμνί ο Ζάμπρας με τη Μόρφω ντέ και καλά να γράψει στη Μόρφω το καλύβι με τη φιρικιά. 

Αυτή όμως δεν το ’κανε γιατί φοβόταν μην πουλήσουν την καλύβα, και την ήθελε για να΄ πεθάνει μέσα. 

Τότε παράγγειλε στον αδερφό της πώς την έδερναν και την άφηναν νηστική. 

΄Ετσι ξαναγύρισε στο καλύβι της. 

Και ξανάπιασε πάλι τη θέση της μπροστά στη πόρτα να φυλάει το φράχτη και τη φιρικιά. 

Είχε μια γκλίτσα και τη χτυπούσε κάτω στη γή, και διηγόταν ιστορίες στα παιδαρέλια πού έπαιζαν, πώς φυτεύουν τά κλαριά, πώς έσπερνε τά σπόρια, πώς όργωνε, πώς σβάρνιζε και πώς ονομάτιζε τά μουλάρια της. 

Και πάντα προσπαθούσε ν’απομονώσει από τη μνήμη της το θλιβερό εκείνο διάστημα της ζωής της σαν ένα κοιμητήρι πού δέν ήθελε να το βλέπει, ζώντας με τις αναμνήσεις του καλού καιρού και με το παρόν της. 

Μά ποιός την είχε καταλάβει? Εκτός από τά μουλάρια της, δεν ήξερε κανέναν πού να μπόρεσε να συνεννοηθεί μαζί της. 

Και πάντα έλεγε. Μόνο τά μουλάρια, μόνο τά μουλάρια ……… 

Τά καημένα τά ζώα, πώς την ένιωθαν, μόλις πού σφύριζε, εκείνα λές και διάβαζαν το μυαλό της, τραβούσαν εκεί πού έπρεπε, στεκόντουσαν, ξεκινούσαν, πήγαιναν λοξά. 

΄Ηταν βραδάκι όταν σφύριξε στα μουλάρια και τους έδωσε από ένα κομματάκι ψωμί, και πρίν μπεί στην πόρτα σαραβαλιάστηκε χάμω. 

Μια γειτόνισσα πού την είδε να σωριάζεται έτρεξε. 

Τηλεφώνησαν στο γιατρό. Ημιπληγία. 

Και η Φροσυνη δεν ξανασηκώθηκε από το κρεβάτι. 

Σιγά - σιγά παρέλυε, ολοένα και περισσότερο. Αλλά ήτανε μαλακή στην αρρώστια της όπως και στα καλά της. 

Δεν της έφυγε κανένα παράπονο για τίποτα. Παραμιλούσε μονάχα. 

Και χειροτέρευε από τη μια μέρα στην άλλη , και άρχιζε να μην αναγνωρίζει τα πρόσωπα πού φτάνανε ως το κρεβάτι της, και το παραμιλητό της ήταν αδιάκοπο. 

Πόσο βασανίστηκε η κακομοίρα …….΄ελεγε η Μόρφω πού κατέφθασε ….στίς άλλες γειτόνισσες πού μαζεύτηκαν στην αυλή. 

Κοντεύουνε δυό βδομάδες πού βλέπει τον άγγελό της. 

Καμμιά φορά χαμογελάει. Δεν ήταν κακός άνθρωπος.

 Ένα απόγιομα η Φροσύνη χλώμιασε και λιγοψυχισμένη ανασηκώθηκε στο κρεβάτι, και γυρίζοντας τα μάτια της στην πορτοπούλα ….ανοίξτε ειπε….ανοίξτε και βάζοντας την παλάμη γείσο πάνω απ’ τα μάτια της κοίταξε κατά τον κάμπο. 

Ο ήλιος τραβούσε για τη δύση του στη ράχη της Παύλιανης ρίχνοντας τις αχτίνες του στού κάμπου τις σπαρμουδιές, που αναδεύονταν από ένα αθόρυβο αεράκι και χάνονταν στο ποτάμι. 

Στάθηκε ετσι κάμποση ωρα αγναντεύοντας τον κάμπο με τα πανιασμένα γεροντικά της μάτια. 

Φαίνεται κάτι να ψιθύρισε μα δε γύριζε η γλώσσα της, και γέρνοντας σιγά …σιγά στο προσκέφαλο έκλεισε τα μάτια της. 

Ετσι ξεψύχησε η Φροσύνη. Αφού δεκαπέντε μέρες έβλεπε τον δικό της άγγελο. 

Μά τι μορφή είχε αυτός ο άγγελος για να τού χαμογελάει έτσι?  

Ηταν τάχα τά πρόσωπα πού είχε αγαπήσει και πού της τά πήρε ένα - ένα ο χάρος και άλλα η ζωή, η ηταν τά μουλάρια της, τά μόνα πού μπόρεσαν να την καταλάβουν και πού δεν την έκαναν ποτέ να λυπηθεί. 

Αναπαύτηκε ? κανένας δεν ξέρει. 

Και σαν σήμερα, Μεγαλο- Παράσκευο  ημέρα των νεκρών κατά πως συνηθίζετε, 

Υποκλίνομαι στη μνήμη της. 

΄Οσο ζω δεν θα την ξεχάσω ούτε στιγμή. 

Μάννα γη. 

Εσυ που μας κρατάς όλους στο στήθος σου. 

Εσυ πού τρέφεις τους ανθρώπους που κατοικούν σ’ολες τις γωνιές του κόσμου. Εσυ που στέκεσαι ψηλότερα απ’ όλα, και είσαι προικισμένη με την τέλεια σοφία. Μίλησε εσυ αγαπημένη γη, και κάνε τους ανθρώπους να πιστέψουν στη μακρυνή Πατρίδα, όπου θα βασιλεύει η Κοινωνική Δικαιοσύνη και η μεγάλη ΕΙΡΗΝΗ. 

Εκει οπου θα λέμε τη σκάρφη - σκάρφη και τα σύκα – σύκα, και δεν θα σκιάζετε η Παναγιά να κρύβει το γυιό της…

Η ΦΡΟΣΥΝΗ Γράφει ο Μήτσος Αδρύμης - ΜΕΡΟΣ 1ο

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου