Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2020

Σουβαλιώτικες Ιστορίες - Σαλάγα ορέ Ζέπα !!!!!!!


Του Γιάννη Αθ. Λαγού
Παρακινημένος από τις ωραίες ιστορίες της Σουβάλας, του ξάδερφου Γιώργου Δρίβα αλλά και από την μοναξιά που λένε ότι βιώνουν στις μέρες του κορονοϊού,.....


οι έγκλειστοι στα σπίτια ( με τηλεοράσεις, ίντερνετ, φαγώσιμα κ.λ.π.) θα γράψω για μια πολύ παλιά ιστορία, με έναν Σουβαλιώτη τσοπάνη, στις αρχές του 20ού αιώνα, όπως μου την αφηγήθηκε φίλος τσοπάνης και είναι πέρα για πέρα αληθινή, ενώ θα αλλάξω μόνο το όνομα του πρωταγωνιστή της ιστορίας…..
Κατά την πρώτη λοιπόν δεκαετία του περασμένου αιώνα, ο Γερακοδήμος, τσοπάνης της Σουβάλας από μεγάλο τσοπανόσογο, είχε το μαντρί του στα ισιώματα. Καλά τα κατάφερνε, είχε κάμποσα γίδια και ζούσε αξιοπρεπώς με την οικογένειά του. Με τη Μαρία τη γυναίκα του, είχαν αποχτήσει ένα αγόρι κι ένα κορίτσι, τα ανάθρεψαν και τα έφκιασαν εφήβους…….
Ο Γερακοδήμος άλλωστε, ήταν άξιος άντρας κι εχτός από τα γίδια, είχε δουλέψει και στην κατασκευή της σιδηροδρομικής γραμμής, στο τέλος του 19ου αιώνα, οπότε τώρα έχοντας προκόψει, δικαιολογημένα έκανε όνειρα για το μέλλον…..
Όμως οι μοίρες, έκλωθαν άλλα πράματα  για τον άξιο άνθρωπο και την οικογένειά του…
Στην αρχή πέθανε το ένα του παιδί και στη συνέχεια έχασε και το άλλο. Πριν στεγνώσουν τα δάκρυα, χάνει και την αγαπημένη του γυναίκα, που μαράζωσε απ’ τη στεναχώρια…
Διαλύθηκε ο Γερακοδήμος !!!!!!!
  Έχασε τον κόσμο ολάκερο !!!
Το χωριό δεν τον κράταγε πιά, μάζεψε σιγά σιγά τα κομμάτια του κι αποτραβήχτηκε στα ισιώματα στο γιδομάντρι. Πάλευε εκεί με καμμιά σαρανταριά ζαρόγιδα που του είχαν απομείνει και με ότι ΄σόδευε απ’ αυτά, έκανε τις προμήθειές του κυρίως σε καλαμποκάλευρο και όσπρια. Έριχνε στη χόβολη καμμιά σταχτοκουλούρα και σε ένα μπακράτσι ζέσταινε το λιγοστό γάλα, βούταγε τριψάνα το ψωμί και το μοιραζότανε με τη Ζέπα, τη γέρικη σκύλα και μοναδική του παρέα στην ερημιά των ισιωμάτων…..
Τα μερόνυχτα κυλάγανε αργά και βασανιστικά, βόσκαγε όλη μέρα τα γίδια κι αποτραβιότανε πλαντασμένος το σουρούπωμα στο μαντρί…
Η μεγαλύτερη δυσκολία στη μοναξιά του, ήταν το άρμεγμα, γιατί δεν είχε κάποιον να του παρασταθεί και να σαλαγήξει ν’ αρμέξει….
Σκαρφίστηκε λοιπόν ένα ‘’σύστημα’’ να τον βοηθάει η Ζέπα. Την είχε δέσει με ένα μακρύ σύρμα και καθώς αυτός καθόταν στο στρουγγολίθι, τράβαγε το σύρμα, αλαφιαζόταν η Ζέπα και σαλάγαγε τα γίδια και του τα ‘φερνε για άρμεγμα. Κάθε λίγο δε, την παρότρυνε…..
Σαλάγα ορέ Ζέπα, θα μας φάει η μαναξιά !!!!
Και σαλάγαγε η Ζέπα η καημένη, πασκίζοντας κι αυτή να απαγαδιάνει τη βασανιστική μοναξιά του αφεντικού.
Κείνα τα χρόνια, τα ισιώματα δεν είχαν νερό κι οι τσοπάνηδες ήταν υποχρεωμένοι καθημερινά να κατεβάζουν τα πράματα ίσια κάτω από του Κόκοτου το καραούλι , στο ποτάμι, πιο κάτω από του Νερούτσ’ τον μύλο …….
Έτσι λοιπόν και κείνο το απομεσήμερο,  όπως έκανε κάθε μέρα, ο Γερακοδήμος, τα κατέβασε, τα πότισε και σιγά σιγά, τ’ ανηφόρησε για τα ισιώματα, τα μάντρωσε, κοίταξε κατά τον ήλιο να μετρήσει την ώρα, έφερε τη ματιά του ένα γύρω στα βουνά και με αποφασιστικά βήματα, έκανε τον κατήφορο δρασκελώντας μαζιές και κοτρώνια…..
Σαν έφτασε στο δρόμο, διάβηκε το πετρογέφυρο του ποταμιού και περπάτησε μέχρι τις ράγες του τραίνου, λίγο παρακάτω απ’ το Σταθμό…
Κάρφωσε τα μάτια κατά τη μεριά του Δαδιού και σαν είδε το τραίνο να φτάνει, έβαλε το λαιμό του στη ράγα… Το τραίνο πέρασε πάνω απ’ το βασανισμένο κεφάλι του Γερακοδήμου, δίνοντας τέλος στη μοναξιά του…..
 Απάνω στου Κόκοτου το καραούλι, ακούστηκε το μακρόσυρτο ουρλιαχτό της Ζέπας, που μοιριολογούσε  κι αποχαιρέταγε τ’ αφεντικό της…….
Γιάννης Αθ. Λαγός

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου