Translate

ΕΡΩΧΟΣ

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΠΕΡΙΟΧΗΣ

.... Σήμερα Κυριακή 19 Μαΐου ......

Κυριακή 21 Απριλίου 2024

Στη Γυάρο γιατί .......΄΄δεν συνεμορφώθην προς τας υποδείξεις ΄΄


 Σάν  σήμερα, ο  Γιάννης  Μαρρές, ο  Χαράλαμπος  Αμπελουργός και  ο  Μάνθος  Καρούλας συνελήφθησαν  από  το  στρατιωτικό  καθεστώς και  οδηγήθηκαν  στο  Αστυνομικό  τμήμα, μετά στην  Στυλίδα  και  από  εκεί με  αρματαγωγό πλοίο  στη  Γυάρο......


Ο  Συγγραφέας  και  Λογοτέχνης  αείμνηστος  συμπατριώτης  μας  Γιάννης  Μαρρές κατέγραψε  τα  γεγονότα   εκείνης  της  τραγικής περιόδου, όπως  τα  βίωσαν οι  τρεις  τους, στο  συγκλονιστικό  βιβλίο  του  "Θητεία  στη  Γυάρο", που  κυκλοφόρησε  το  1978.

Εδώ περιγράφονται όλα όσα άκουσα, είδα κι έπαθα ο ίδιος μαζί με άλλους συγκρατούμενους απ’ τις 21 του Απρίλη ως στις 17 του Μάη του 1967 ημέρα που έφυγα απ’ το γνωστό πια και μισητό απ’ όλους μας νησί τη Γυάρο.

Κι όλα αυτά δε θέλω να είναι τίποτα περισσότερο από μια μικρή φωνή. Μια φωνή που πρέπει να προστεθεί κοντά σε όλες εκείνες τις άλλες φωνές που ακούστηκαν  και ακούγονται τώρα να μιλούν και να λένε…..

Όλες αυτές οι φωνές μικρές ή μεγάλες, πρέπει ν’ ακουστούν. Θα γίνουν μέτρα! Αλάνθαστα μέτρα!

Με τα οποία θα μετρηθεί  η σκληρότητα, η απανθρωπιά και το ύψος της μικρότητας των συνωμοτών της Χούντας…………..

21 του Απρίλη 1967. Ημέρα Παρασκευή. Πρωί.  Ήμουνα σπίτι μου .Δούλευα. Μπροστά από μέρες είχα αρχίσει να γράφω ένα διήγημα με θέμα τη μάχη Δερβενάκια. Ρούφηξα την τελευταία γουλιά του καφέ, που μου είχε φέρει λίγο πιο πριν η γυναίκα μου, κι άρχισα να γράφω. Τα πλήκτρα της γραφομηχανής  βροντοχτυπούσαν, καθώς περιέγραφα τις στρατηγικές ικανότητες και την αντρειοσύνη του ξακουστού καπετάνιου του Μοριά – του Θοδωρή Κολοκοτρώνη.

Στο διάδρομο του σπιτιού κάποιος έτρεχε. Ήταν η γυναίκα μου.

Κι ήρθε κοντά μου ταραγμένη:

-         Δικτατορία! Είπε: Κηρύξανε δικτατορία!

-         Τι είπες?

-         Ναι. Μου τόπαν τώρα έξω στην αυλή……..

Κοίταξα το ρολόι μου. Η ώρα ήταν 9. Άνοιξα το ραδιόφωνο. Οι σκληρές νότες ενός στρατιωτικού εμβατηρίου ακούστηκαν δυνατές μέσα στην κάμαρη. Σε λίγο ακούστηκε η φωνή του εκφωνητή του Ραδιοφωνικού Σταθμού των Ενόπλων Δυνάμεων.

Κι έλεγε:

«Λόγω της δημιουργηθείσης εκρύθμου καταστάσεως, από του μεσονυχτίου ο στρατός ανέλαβε την διακυβέρνησιν της χώρας».

Εντός ολίγου θα μεταδοθεί διάγγελμα του Αρχηγού των Ενόπλων Δυνάμεων».

-         Αυτό ήταν! Είπα.

Ωχρή σαν άρρωστη η γυναίκα μου μουρμούριζε:

-         Και τώρα ?

Το ραδιόφωνο εξακολουθούσε να διαλαλεί τα στρατιωτικά εμβατήρια και τις διαταγές της Χούντας…….

 Στην κάμαρη μπήκε ταραγμένος ο φίλος Γιώργος Ν.

-         Τι γίνεται ? ρωτάει κι ανησυχεί.

-         Δεν ακούς!

Το ραδιόφωνο ούρλιαζε.

Με κοιτάει:

-         Στην Αθήνα άρχισαν, λέει, τις συλλήψεις.

-         Ποιος τόπε?

-         To ραδιόφωνο.

-         Πότε?

-         Πρωτύτερα. Λες νάχουμε κι εδώ συλλήψεις? Κάτι πήγα να πω, μα δεν πρόλαβα. Ένα μικρό πετραδάκι χτύπησε-τσακ-στο τζάμι του παράθυρου. Κοιταχτήκαμε. Η γυναίκα μου δίπλωσε την κουρτίνα, κοίταξε προς τα έξω κι είπε:

-         Αστυνομία!

-         Άνοιξε και ρώτησε τι θέλουν.

Εκείνη άνοιξε το παράθυρο και:

-         Ορίστε? Μάλιστα εδώ είναι, πρόσθεσε και γύρισε σε μένα:

-         Εσένα θέλουν, είπε κι ήταν κίτρινη σαν το φλουρί.

Βγήκα στο παράθυρο:

-         Τι συμβαίνει, κ. ενωμοτάρχα?

-         Πρέπει να ρθείτε για ένα λεπτό στην Αστυνομία.

-         Πότε?

-         Τώρα.

-         Μάλιστα. Μια στιγμή μονάχα, σας παρακαλώ, να ετοιμαστώ.


ΣΤΟ  ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ  ΤΜΗΜΑ ΜΑΖΙ  ΜΕ  ΤΟΝ  ΜΠΑΜΠΗ  ΚΑΙ  ΤΟΝ  ΜΑΝΘΟ




Η γυναίκα μου πίσω έκλαιγε απαρηγόρητα……

Ο χωροφύλακας με περίμενε. Σε λίγο πήραμε πια το δρόμο μας αμίλητοι κι οι δυο. Βαδίζω, όπως πάντα, αργά. Κι ο χωροφύλακας το ίδιο. Τον ρωτώ:

- Εντελώς μεταξύ μας, σύλληψη είναι αυτό ή τίποτ’ άλλο?

- Δεν έχω ιδέα λέει: Μας ήρθε πάντως διαταγή…..


Με κοιτάει:

-Κηρύξανε δικτατορία! Κανείς δεν ξέρει τι θα γίνει, τι να σου πω?

Σκέφτομαι ένα σωρό πράγματα και προπαντός τα λόγια του:

«Μας ήρθε πάντως διαταγή». Από πού κι από ποιόν δόθηκε αυτή η διαταγή. Άραγε μόνο για  μένα ήρθε τέτοια διαταγή? Δεν μπορώ να ξέρω. Τον ξαναρωτώ:

-Έχετε καλέσει κι άλλους από δω στην Αστυνομία?

- Ναι.

- Πόσους?


- Άλλους δυο……

 Λίγο αργότερα σταμάτησε μπροστά στην πόρτα του κρατητηρίου. Την ανοίγει και μπαίνω. Δεν είμαι μόνος.

-         Γειά σας! Λέω στους φίλους που ήταν κλεισμένοι εκεί.

Ο Μπάμπης Α. κι ο Μάνθος Κ. κουνάνε τα κεφάλια τους:

- Καλώς τον!

- Πότε σας πιάσανε?

- Πρωτύτερα.

- Σας χτύπησαν?

- Όχι. Ωστόσο από δω και πέρα πολλά μπορεί να συμβούν, λέει ο Μπάμπης.

- Σωστά. Σας έκαναν έρευνα?

- Ναι.

- Σας πήραν κι εσάς τις ζωστήρες?

- Μας τις πήραν. Του αλλουνού του πήρανε και τα παπούτσια? Δε βλέπεις? Τότε πρόσεξα πως ο Μάνθος ήτανε ξυπόλητος.

- Καλά τις ζωστήρες το καταλαβαίνει κανείς- λαβαίνουν ας πούμε, τα μέτρα τους για να μην ….κρεμαστούμε? Αμ και τα παπούτσια?

- Έλα ντε!

- Σας είπαν τίποτ’ άλλο?

- Όχι…

 Λίγο αργότερα ένας χωροφύλακας ξεκλείδωσε την πόρτα του κρατητηρίου. Άνοιξε. Στα χέρια του κρατούσε τις ζωστήρες μας  και τα παπούτσια του Μάνθου.

-         Φορέστε αυτά, είπε και περίμενε.

Ετοιμαστήκαμε και βγήκαμε. Ακολουθώντας το στενό διάδρομο του κτιρίου τραβήξαμε προς τα έξω, κατέβηκα στη σκάλα αργά, τελευταίος. Στο δρόμο μας περίμενε ένα ταξί. Τρία μικρά παιδιά σταματούν το παιχνίδι τους στο απέναντι πεζοδρόμιο και μας κοιτούν.

-         Θα μας κάνεις μια χάρη?  Λέω  στο χωροφύλακα που με συνέλαβε.

-  Να την ακούσω πρώτα.

-         Να ειδοποιήσεις τους δικούς μου να βρουν και να μου στείλουν οπωσδήποτε ένα ζευγάρι δεκανίκια εκεί που θα μας πάνε. Τι λες μπορείς?

-         Μπορώ?

-         Ευχαριστώ, του λέω και μπαίνω στο ταξί………

Τα ταξί με τους συγγενείς των κρατουμένων έφταναν το ένα κοντά στο άλλο. Μ’ ένα απ’ αυτά ήρθαν οι γυναίκες του Μπάμπη, του Μάνθου κι η δική μου. Πίσω από τα  τζάμια της πόρτας παρακολουθούμε τις γυναίκες μας, που κουβαλούν τα πράγματά μας. Μας είδαν και ταράχτηκαν. Η γυναίκα μου κρατάει στα χέρια της ένα ζευγάρι δεκανίκια. Ησύχασα. Μπήκαν στην Υποδιοίκηση. Θόρυβος, φασαρία, δίπλα κι ύστερα δυνατές φωνές:

-         Να φύγετε αμέσως.

-         Μα είναι ανάγκη να δω τον άντρα μου κύριε…

-         Φύγετε, είπα. Θα σας κλείσω μέσα.

-         Όχι δεν θα φύγω. Πρέπει να δω τον άντρα μου…

Ήταν η γυναίκα μου, κι έδινε ολόκληρη μάχη εκεί. Δεν την έβλεπα, άκουγα μόνο τη φωνή της. Φώναζε:

-         O άντρας μου είναι ανάπηρος. Πρέπει να δω τι θα γίνει με το πόδι του - για αυτό του έφερα τα δεκανίκια. Πρέπει να του δώσω χρήματα, τον πήρατε άρρωστο και θα χρειαστεί φάρμακα. ……

 ΣΤΗ  ΣΤΥΛΙΔΑ

...................................................................................................................

Μωρέ, μπες μέσα και πες στον οδηγό να μας πάει σιγά-σιγά. Για μια ώρα ταξίδι κάνεις έτσι? Η Στυλ…. (μισοπρόφερε τ’ όνομα της πόλης που θα μας πήγαιναν ο χωροφύλακας που μιλούσε) δεν είναι μακριά. Πάμε να φύγουμε. Ο υπενωματάρχης αγριεύει:

-         Αδύνατον. Δεν μπορούμε να ταξιδέψουμε έτσι. Θα πάω στον κ.Διοικητή, λέει και κάνει προς τα πέρα.

Ο Μάνθος με σκουντάει:

- Στη Στυλίδα είπε θα μας πάνε?

- Ναι.

- Χμ Θάλασσα υπάρχει εκεί, σίγουρα μας πάνε για νησί!.....

 Οι συνοδοί μας χωροφύλακες καθισμένοι στις θέσεις τους συνομιλούν:

 -         Εγώ λέω πως κάτι καλό θα βγει τώρα που ανάλαβαν οι στρατιωτικοί. Τι λες?

-         Κολοκύθια ! θα κλέψουν κάμποσα κι αυτοί, όπως έκλεψαν και μερικοί άλλοι, και μια μέρα ….  Μην τον είδατε τον απαντήσατε το Χρήστο τον Νταβέλη τον αρχιληστή. Κατάλαβες?  Λες?.....

Τρέχουμε δαιμονισμένα στην ευθεία του δρόμου. Λίγο αργότερα μπαίνουμε στη Στυλίδα. Η θάλασσα βρίσκεται δεξιά. Τα τζέημς έστριψαν αριστερά, φτάνουν κάπου, σταματούν και σβήνουν τις μηχανές τους.

-         Κατεβείτε…….

   Κατεβήκαμε στη στιγμή. Γύρω μας στρατιώτες και χωροφύλακες, μας     

   σημαδεύουν με τα όπλα τους. Κάποιοι λύνουν τους κρατούμενους. …..

 Κοιτώντας γύρω μας προσπαθούμε να προσανατολιστούμε............... Κάτι είναι γραμμένο ψηλά στην πρόσοψη. Νύχτα. Δεν βλέπουμε καλά. Ωστόσο τα καταφέρνουμε: « Α ΔΗΜΟΤΙΚΟΝ ΣΧΟΛΕΙΟΝ ΣΤΥΛΙΔΟΣ», γράφει η επιγραφή…….

Ο Μπάμπης αγκαλιάζοντας το μπουγαλάκι του τράβηξε προς το βάθος του διαδρόμου. Σε λίγο ξαναγύρισε. Παίρνει και τα δικά μου πράγματα, που τα είχαν ψάξει στο μεταξύ, και ξαναφεύγει.

Η έρευνα συνεχίζεται……..

Στέκομαι όρθιος πιο κει και περιμένω. Τα μάτια μου έπεσαν πάνω σε μια φωτογραφία του Κολοκοτρώνη, που ήταν κρεμασμένη στον τοίχο στο βάθος του διαδρόμου. Θυμήθηκα τους σκληρούς αγώνες του ξακουστού πολεμάρχου για τη λευτεριά της πατρίδας. Θυμήθηκα τις σκευωρίες, τις δίκες  και τις καταδίκες του……

Λίγο αργότερα στάθηκα μπροστά σ’ έναν απ’ τους «Ευέλπιδες».Άπλωσα πλάγια τα χέρια μου (με ένα χέρι μου κρατούσα τα δεκανίκια και με τ’άλλο το μπαστούνι μου). Με κοιτάει και πάει ν’ απλώσει τα χέρια του. Τον προλαβαίνω:

-         Αν πιάσετε κάτι σκληρό πάνω μου, να μην ανησυχήσετε, θα είναι το ξύλινο πόδι μου…..

Μας διέκοψαν. Στην αίθουσα μπήκανε στρατιώτες και φωνάζουν:

-         Όρθιοι.

Σηκωθήκαμε.

-         Για δες τε ρε κάτι καθάρματα, πέταξε κάποιος με φωνή.

Σιωπούμε.

-         Ποιος από σας θα πει: «Ζήτω ο Βασιλεύς»

Ησυχία.

-         Ποιος?

Δεν μιλούμε.

Κι ένας λοχίας αγριεύει:

-         Τι έκανε λέει! Εσύ ρε- δείχνει το Γιάννη Γ. – πες Ζήτω ο Βασιλεύς

Λέγε ρε, φωνάζει κι οπλίζει τ’ αυτόματο.

Χαράματα. Συγνεφιά. Ψιλοβρέχει υγρασία, ίδια βελόνα, μας τρυπάει τα κόκαλα……….

  

Στη Γυάρο γιατί .......΄΄δεν συνεμορφώθην προς τας υποδείξεις ΄΄


Πάλι καλά που δεν μας κουβάλησες γκαμήλα εδώ μέσα!  Τον πειράζει ο Μπάμπης: Άκου άλογα μες στην αίθουσα! Κάπου από πέρα ακούστηκε ο αχός μια καμπάνας.

-         Γιορτή!

-         Τι γιορτή είναι σήμερα?

-         Των Βαΐων! Λέει ο Παναγιώτης.

-         Καλά λέει! Σήμερα είναι των Βαΐων!

Η πόρτα άνοιξε:

-   Πέντε πέντε για κατούρημα φωνάζει ο σκοπός: Βάλτε  σειρά, εμπρός….

 (ΣΥΖΗΤΗΣΗ  ΜΕΤΑΞΥ  ΤΟΥΣ).....-         Γιατί?

-         Γιατί έτσι φαίνεται καθαρά πως οι πραξικοπηματίες όχι μόνο δεν κινούνται με τις ευλογίες, ας πούμε της παραδοσιακής Δεξιάς, αλλά στρέφονται κι εναντίον της.

-         Καλά λέει!

-         Μα τι διάολο γίνεται εδώ πέρα ρε παιδιά?

-         Εμένα πάντως μ’ άρεσαν πολύ εκείνα τα’ άλλα του κ. υπομοίραρχου ! λέει ο Γιώργος σοβαρά.

-         Ποια?

-         Εκείνα τα περί «της αλησμόνητης περιόδου της δικτατορίας του αειμνήστου Ιωάννου Μεταξά». Ο Μπάμπης άρχισε να τραγουδάει σιγάνά:  «Γιατί χαίρεται ο κόσμος και χαμογελάει πατέρα»  

                

                                                          ΣΤΟ  ΠΛΟΙΟ  ΓΙΑ  ΤΗ  ΓΥΑΡΟ


ΓΥΑΡΟΣ

Το αρματαγωγό διασχίζοντας τη θάλασσα τραβούσε το δρόμο του. Ένα δρόμο που κανείς από μας δεν ήξερε τίποτα γι αυτόν.

-         Που μας πάνε?

Από παντού ακούγοντας ονόματα γνωστών νησιών:

-         Τρίκερι.

-         Ικαρία.

-         Μακρόνησος.

-         Αη Στρατής.

-         Γιούρα.

Όμως κανείς δεν ήξερε……

Κι οι ώρες περνούν:

Μια …δυό…τρεις…τέσσερις…πέντε… έξη, ώρες διαδρομή.

-         Για πού λοιπόν μας πάνε?

Ταξιδεύουμε…..

 Πρέπει ν’ ανέβω και θ’ ανέβω. Το πώς δεν έχει σημασία, λέω και του δίνω τα δεκανίκια.

Απλώνω τα χέρια μου. Χουφτιάζω κάποιο σκαλοπάτι. Σούρνομαι προς τα πάνω σαν το φίδι. Βάζω το πόδι μου σε κάποιο απ’ τ’ άλλα  σκαλοπάτια. Επαναλαμβάνω  την κίνηση και προχωρώ. Σε λίγο έφτασα ως απάνω. Πήγα στ’ αποχωρητήρια, και ξαναγύρισα αλαφρωμένος.

-         Και τώρα τι θα γίνει? Ξαναρωτάει ο Ανδρέας.

Του δίνω τα δεκανίκια.

-         Θα τα καταφέρω, του λέω και ξαπλώνω κατάχαμα. Αρπάζομαι από ένα σίδερο γερά. Ρίχνω το σώμα μου προς τα κάτω.. Πατώ σε κάποιο σκαλοπάτι. Επαναλαμβάνω την ίδια κίνηση και κατεβαίνω σιγανά. Επαναλαμβάνω την ίδια κίνηση και κατεβαίνω σιγανά. Λίγο αργότερα γοφιασμένος στο μπογαλάκι μου ένιωθα μια χαρά…..


Κι οι φίλοι μας οι ναυτικοί κοιτάζοντας το χάρτη της ατζέντας και τις ηλιαχτίδες, σε λίγο είπαν δυνατά:

-         Βρισκόμαστε μπροστά στη Γιούρα!

Κι ύστερα:

-         Γιούρα!

-         Γιούρα!

-         Γιούρα!

-         Μας πάνε για τη Γιούρα! Έπεσε ολούθε η είδηση σαν αστραπή…..

Κι ακριβώς τότε απ’ την απέναντι μεριά καμιά δεκαριά κρατούμενοι αρχίσανε να τραγουδούν:

Του Κίτσου η μάνα κάθονταν στην άκρη στο ποτάμι…

Οι φωνές των τραγουδιστών ακούγονταν ολοκάθαρες μες στην απόλυτη ησυχία του αμπαριού:

Με το ποτάμι μάλωνε και το πετροβολούσε….

 Ένας απ’ τους νέους Βολιώτες που κάθονταν ακριβώς απέναντί μας, μόλις τέλειωσε το τραγούδι, σκύβει στους διπλανούς του και κάτι τους λέει σιγανά.

Εκείνοι συμφωνούν μαζί του, κι όλοι μαζί αρχίζουμε να ψέλνουν:

                Αι γενεαί πάσαι, ύμνον τη ταφή σου

                προσφέρουσι Χριστέ μου…..-    

    Μεγάλη Παρασκευή σήμερα! Λέω.

-         Ναι σήμερα είναι Μεγάλη Παρασκευή! Ψιθυρίζει κι ο Μπάμπης.

Οι νέοι συνέχιζαν:


 Καθελών του ξύλου , ο Αριμαθαίας, εν τάφω σε κηδεύει….

Τρεις ώρες αργότερα ο κ. Ανθυπομοίραρχος ξαναφωνάζει από την πόρτα:

-         Ετοιμαστείτε θ’ αποβιβαστούμε οπωσδήποτε αυτή τη φορά…..

- Που βρισκόμαστε?

Κάποιος φωνάζει:

- Γιούρα!

-    Μην αφήσεις να ρθει κανένας πίσω μου, λέω του Μπάμπη.

-         Κατάλαβα, λέει εκείνος κι απλώνοντας τα χέρια του φωνάζει:

-         Ένα λεπτό, φίλοι! Σας παρακαλώ, περιμένετε μια στιγμή!

Σφίγγω γερά στα χέρια μου τα δεκανίκια κι ανεβαίνω στο μαδέρι. Η θάλασσα γαλανίζει ακριβώς από κάτω μου. Αποφεύγω να την κοιτώ, κι αρχίζω σιγά-σιγά, ακροβατώντας πες, να προχωρώ. Βαδίζω αργά, προσεχτικά, κι επιτέλους φτάνω κάποτε με την ψυχή στο στόμα στη στεριά.


Πίσω μου οι άλλοι κρατούμενοι άρχισαν ν’ αποβιβάζονται με το δικό τους ρυθμό……

ΒΑΣΑΝΙΣΤΙΚΕΣ  ΣΚΕΨΕΙΣ  ΚΑΙ  ΣΥΝΕΧΕΙΑ...... 

              Στη Γυάρο ο Μάνθος Καρούλας, δεύτερος στην δεύτερη σειρά από αριστερά


Εγώ τα δεκανίκια  και η πέτρα μου! Και γύρω μου εξόριστοι με το παράπονο στα μάτια και με τη θλίψη στην καρδιά. Εγώ, οι εξόριστοι κι οι σκέψεις που αρχίσανε να ξεφυτρώνουνε στο νου μου και να με βασανίζουν φοβερά:

Πολιτικά κόμματα, πολιτικές, συνδικαλιστικές, φοιτητικές και  πολλές άλλες οργανώσεις, σύλλογοι, οργανισμοί και σωματεία θα διαλυθούν. Ο Τύπος θα φιμωθεί. Όλα θα μπουν κάτω απ’ τον έλεγχο μιας στεγνής λογοκρισίας. Η έκδοση κι η κυκλοφορία πολλών βιβλίων, περιοδικών κι εφημερίδων θ’ απαγορευτεί. Εκδότες, συγγραφείς, ποιητές και δημοσιογράφοι, θα διωχτούν με το χειρότερο τρόπο, αν δεν θελήσουν να συμμορφωθούν- δηλαδή αν δεν θελήσουν να κάνουν πένες τους φωνές που θα υμνολογούν τους νέους αφεντάδες!

 Άνθρωποι θα χάσουν τη δουλειά τους. Θα καταστραφούν. Εξόριστοι . Φυλακισμένοι…..

 Λίγο αργότερα οι εξόριστοι παρέες-παρέες άρχισαν ν’ αποσύρονται απ’ το χώρο του όρμου, τραβώντας άλλοι για τις σκηνές τους, κι άλλοι για το μεγάλο χωνευτήρι- την απαίσια φυλακή….

Ο σκηνάρχης κι ο Μπάμπης έξω απ’ τη σκηνή σκάρωναν έναν, ας τον πούμε, σουφρά για να τρώμε, με κάτι παλιοσανίδια που ξεκάρφωσαν από μια χαλαμανταρισμένη αποθήκη του παλιού στρατοπέδου, και τα πήγαιναν- μ’ εντελώς φιλική διάθεση βέβαια- όπως η γάτα με το σκυλί……..

 -         Ακου δω Μπάμπη! Εμένα να μη μου μιλάς έτσι! Μπουμπούνα! Στραβούλιακα! Τρόπος ειν’ αυτός! Τι σκατά σκηνάρχης είμαι δηλαδή? Ορίστε μας!

-         Ρε ποιος σούπε ν’ ανακατέψεις το σκηνάρχη μ’ αυτά πούβαλες στο στόμα σου?

Είπα εγώ τέτοιο πράγμα?  Άει κάρφωνε εκεί……

Ωστόσο, οι δυο τους τέλειωσαν κάποτε, συγχάρηκε ο ένας τον άλλον για το κατόρθωμα τους και γύρισαν σε μας:

-         Λοιπόν τι λέτε? Δεν είναι ωραίο το τραπέζι μας?

Όλοι μας, λες κι είχαμε συνεννοηθεί, κουνάμε τα κεφάλια μας περίλυποι και σιωπηλοί.  Ο Μπάμπης κοιτάει τον σκηνάρχη μας:

-         Xα ! τους είδες τι παλιοαφιλότιμοι είναι! Δεν τους αρέσει κιόλας το τραπέζι μας!

-         Ρε ποιο τραπέζι? – πετιέται ο Μάνθος: Αυτό μοιάζει με καπάκι από …φέρετρο!

Τραπέζι! Άκου: τ ρ α π έ ζ ι!....

Εξόριστοι παντού. Καθισμένοι στα χαλίκια και στα βράχια του όρμου αγναντεύουν τη θάλασσα ακίνητοι και σκεφτικοί. Συγνεφιασμένα πρόσωπα, μάτια μισόκλειστα, θολά. Ποτέ άλλοτε δεν ξανάχα δει τόσο θλιμμένα πρόσωπα. Κι άξαφνα πέρα απ’ τα βράχια κάμποσοι εξόριστοι άρχισαν το τραγούδι:

          Είναι βαριά η μοναξιά

                    Είναι πικρά τα βράχια

                    Παράπονο η θάλασσα

                    Και μούπνιξε τα μάτια…….


Πιο κει οι φίλοι ποιητές Γιάννης Ρ και Γιάννης Ν.

-         Ευχαριστώ, φίλοι! Και σας εύχομαι μ’ όλη μου την καρδιά: Καλή λευτεριά!

Είμαι έτοιμος να βάλω τα κλάματα. Κρατιέμαι ωστόσο, και κάνω προς τα πέρα. Στην κορφή της κατηφόρας σταματώ. Κοιτώ προς τα πίσω. Οι άλλοι μου χαμογελούν, κι ο ποιητής με δείχνει με το χέρι του, φωνάζει:

-         Κάποτε θα ρθούμε στον Παρνασσό! Και θα φάμε μια προβατίνα εκεί! Έτσι?

-         ‘Έτσι! Του λέω συγκινημένος και κάνω τον κατήφορο….

Ο Μάνθος κάθεται δίπλα μου, με κοιτάει και κλαίει:

- Αν φτάσεις με το καλό στο χωριό, σε παρακαλώ να φροντίσεις τα παιδιά  

   μου. Του σφίγγω το χέρι. Καταλαβαίνει και χαμογελάει:


- Σωστά! Δεν έπρεπε να το πω αυτό. Σ’ ευχαριστώ. Σ’ αφήνω τώρα. Καλό σου ταξίδι, λέει σκουπίζοντας τα μάτια του και φεύγει……..



                                                                                 Γ.Α.Μ


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου