Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2023

Η Κατερίνα Παναγιωτοπούλου συζητά με τον συγγραφέα Νίκο Ζυγούρο

 Εβδομαδιαία εφημερίδα ΕΝ ΔΕΛΦΟΙΣ – 6 Ιανουαρίου 2023  -Αρ. Φ 1026

Άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών μιλούν για τη ζωή και το έργο τους 

ΤΑΜΙΕΥΜΑ ΔΙΑ ΛΟΓΟΥ


Η εφημερίδα μας συνεχίζει την προσπάθεια να προτείνει στους αναγνώστες της τους ανθρώπους της γραφής και της τέχνης, που κατάγονται από την περιοχή μας ή την επέλεξαν για δικό τους τόπο. Αυτή τη φορά έχουμε τη χαρά και την τιμή να φιλοξενούμε στη Λογοτεχνική Σελίδα μας, «Ταμίευμα Δια Λόγου», τον συγγραφέα Νίκο Ζυγούρο ο οποίος γεννήθηκε το 1953 στην Αμφίκλεια. ....Κατάγεται «μητρός τε και πατρός και των προγόνων απάντων» από Δαδιώτες γονείς και είναι πολύ περήφανος γι’ αυτή του την αυτοχθονία, όπως γράφει το βιογραφικό του. «Ο πατέρας του Παναγιώτης Νικ. Ζυγούρος και η μητέρα του Ελένη Δημ. Ταξιάρχου κατάγονται από ιστορικές οικογένειες του Δαδιού, που οι ρίζες τους χάνονται στη μακραίωνη ιστορία του τόπου. Ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του το 1971 στη γενέτειρά του και σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών (Τμήμα: Ιστορικό και Αρχαιολογικό). Εργάστηκε ως καθηγητής σε σχολεία του τόπου του και των Αθηνών. Μετά την συνταξιοδότησή του το 2010 μοιράζει τον χρόνο του μεταξύ Αμφίκλειας και Αγίας Παρασκευής Αττικής. Το 2020 κυκλοφόρησε, με αυτοέκδοση, το πρώτο βιβλίο του με τον τίτλο «…και νόον Δαδίου έγνων», ένα ηθογραφικό βιβλίο, στο οποίο αποτυπώνει στοιχεία από την καθημερινή ζωή του τόπου του. Το δεύτερο βιβλίο του με τον τίτλο «Η ιστορία ενός ανθρώπου με τη μισή ζωή και τις τρεις ημερομηνίες θανάτου» είναι μυθιστόρημα και κυκλοφόρησε το 2022, επίσης με αυτοέκδοση. 


Κατερίνα Παναγιωτοπούλου: Από τη μακρόχρονη θητεία σας ως φιλολόγου, και ειδικά ως Λυκειάρχη σε σχολεία της επαρχίας και της Αθήνας, σας αναγνωρίζεται το δικαίωμα της ανάλυσης, κρίσης αλλά και άποψης περί των λογοτεχνικών κειμένων. Πώς ήταν όταν βρεθήκατε από την άλλη πλευρά, αυτή του συγγραφέα, μετά την έκδοση του βιβλίου σας «…και νόον Δαδίου έγνων»;

Νίκος Ζυγούρος: Πολύ ενδιαφέρουσα και πρωτότυπη η ερώτηση. Πράγματι δε με είχε απασχολήσει ποτέ μέχρι τώρα αυτή η αντιστροφή των ρόλων. Τώρα που το σκέφτομαι, ναι, είχα μεγάλη αγωνία για την αποδοχή του βιβλίου και την κριτική των φίλων και των αναγνωστών. Δεν είναι εύκολο από κει που μια ζωή βαθμολογούσες και έκρινες να γίνεις εσύ αντικείμενο της κριτικής. Ευτυχώς τα πρώτα δείγματα κριτικής ήταν όχι μόνον θετικά, αλλά και ειλικρινά ενθουσιώδη. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τα θερμά λόγια της αείμνηστης, καθηγήτριάς μου και φίλης, Βασιλικής Σκορδά, η οποία ήταν η πρώτη που διάβασε το βιβλίο. Καθώς και τη διθυραμβική κριτική στην εφημερίδα «Αμφίκλεια» από την κυρία Γεωργία Κίτσου, καθηγήτριά μου επίσης. Η καλύτερη όμως κριτική για μένα ήταν η συγκίνηση, που ένιωσαν, και τα δάκρυα, που γέμισαν τα μάτια των περισσότερων αναγνωστών –όπως οι ίδιοι μου είπαν– όταν, διαβάζοντάς το, αναθυμήθηκαν τα δικά τους νιάτα, τη δική τους ζωή, τους δικούς τους καημούς, τους δικούς τους ανθρώπους. Όλα αυτά με έκαναν να αποδεχθώ ευχάριστα αυτόν τον καινούργιο ρόλο.



Κ.Π.: Πόσο δύσκολο είναι να εκδώσει κάποιος ένα βιβλίο;

Ν.Ζ.: Προσωπικά δεν αντιμετώπισα προβλήματα στην έκδοση του βιβλίου μου, ίσως γιατί παρέκαμψα τους εκδοτικούς οίκους και προτίμησα την αυτοέκδοση. Έγραψα αρχικά χειρόγραφα της σκέψεις μου, τις πέρασα ύστερα στον υπολογιστή, με τη βοήθεια του γιου μου προσθέσαμε τις φωτογραφίες και κάναμε τη σελιδοποίηση και το εξώφυλλο. Με e-mail το έστειλα στον εκδοτικό οίκο, που είχα επιλέξει, και αυτό ήταν όλο. Πρόβλημα μεγάλο ωστόσο αντιμετώπισα, πριν το εκδώσω, για το αν ήταν έτοιμο. Γιατί κάθε φορά που το κοίταζα, όλο και κάτι είχα να προσθέσω. Και τώρα αν το ξανάγραφα, θα έβγαινε τουλάχιστον διπλάσιο, παρά τις αρχικές του 400 σχεδόν σελίδες. Μέχρι που έφτασα στο σημείο να σκεφτώ πως ένα βιβλίο δεν πρέπει να εκδίδεται ποτέ, αφού ποτέ δεν είναι έτοιμο, όταν μπορείς συνέχεια κάτι να συμπληρώσεις, κάτι να διορθώσεις, κάτι να διαφοροποιήσεις, κάτι να αφαιρέσεις. Τελικά όμως κάποτε το θεώρησα πλήρες και προχώρησα στην έκδοσή του.


Κ.Π.: Σε ποια ηλικία αρχίσατε να ασχολείστε με τη γραφή;

Ν.Ζ.: Από μαθητής ακόμα μου άρεσε να γράφω. Κάποιες μάλιστα από τις εκθέσεις ιδεών, που γράφαμε τότε, είχαν διακριθεί. Σ’ όλη μου τη ζωή έγραφα και μου άρεσε αυτό, αλλά δεν είχα τολμήσει ποτέ να γράψω κάτι το ολοκληρωμένο. Μετά την συνταξιοδότηση άρχισα να ασχολούμαι εντατικότερα, αλλά και πάλι δίσταζα, γιατί έλεγα μέσα μου πως θα πουν: «Άλλος ένας που δεν έχει δουλειά να κάνει ήρθε να μας ζαλίσει με τα γραπτά του…». Έβλεπα όμως πολλούς να γράφουν και να εκδίδουν βιβλία και σκεφτόμουν γιατί όχι κι εγώ, ενώ το μπορώ ίσως και καλύτερα από άλλους; Την ελληνική γλώσσα πιστεύω πως την κατέχω και τη χειρίζομαι με άνεση κι έτσι δε θα συναντούσα δυσκολίες. Γιατί για μένα σ’ ένα λογοτέχνημα το μισό είναι η υπόθεση και η πλοκή και το άλλο μισό η γλώσσα. Είναι η τέχνη και η ομορφιά του λόγου τελικά. Με παρότρυναν βέβαια και οι δικοί μου άνθρωποι και προχώρησα. Έτσι το τόλμησα και ειλικρινά μετανιώνω για αυτή μου την καθυστέρηση.


Κ.Π.: Λόγω της ιδιότητάς σας ως φιλολόγου διαθέτετε γνώσεις και ικανότητα ώστε –παρότι προτιμήσατε την πεζογραφία– θα μπορούσατε με την ίδια άνεση να εκφραστείτε και ποιητικά. Θα το δούμε αυτό στο μέλλον ή δεν είναι στα σχέδιά σας;

Ν.Ζ.: Μου αρέσει πιο πολύ να γράφω και να εκφράζομαι με τον πεζό λόγο. Νιώθω μεγάλη άνεση, μπορώ να πω και οικειότητα, μ’ αυτή τη μορφή του λόγου. Η ποίηση, η καλή και μεστή ποίηση, είναι περισσότερο υποκειμενική και απαιτεί βραχυλογία και πιο συνοπτικό στοχασμό. Εγώ είμαι περισσότερο της ανάλυσης, θέλω ό, τι καταλαβαίνω και νιώθω εγώ, να νιώθουν και να καταλαβαίνουν ακριβώς το ίδιο και οι άλλοι, οι αναγνώστες, και να μη δίνουν αυθαίρετες και επικίνδυνες καμιά φορά ερμηνείες, όπως μπορεί να συμβαίνει σε ένα ποίημα. Πόσες φορές προσπαθούμε να καταλάβουμε ένα ποίημα, να μπούμε στη σκέψη του ποιητή, και, παρά την προσπάθεια, τελικά δεν τα καταφέρνουμε; Ίσως είμαι επηρεασμένος και από το επάγγελμά μου, που δεν ήθελα να φεύγω απ’ την τάξη, αν δεν ήμουν σίγουρος πως όλοι οι μαθητές μου τα είχαν καταλάβει όλα. Και ο συγγραφέας άλλωστε ένας δάσκαλος δεν είναι, με μαθητές τους αναγνώστες; Αλλά πάλι, σ’ αυτή τη ζωή ποτέ μη λες «ποτέ».


Κ.Π.: Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σας πεζογράφοι;

Ν.Ζ.: Πολύ δύσκολη ερώτηση… Όταν με κερδίσει ένα βιβλίο που διαβάζω και με κάνει να καταβυθιστώ στη μαγεία του, τότε, εκείνη την περίοδο, θεωρώ πως αυτός ο συγγραφέας είναι ο ανώτερος κ.τ.λ. Θα αδικήσω κάποιους από τους μεγάλους κλασικούς, ογκόλιθους της λογοτεχνίας μας, αρχαίους και νεότερους, αν τους ξεχάσω με το να αρχίσω να αραδιάζω ονόματα. Γι’ αυτό θα αναφερθώ μόνο σε δυο από τους σύγχρονους, που μου ταιριάζουν στο ύφος, στη θεματολογία, στις περιγραφές, στην εμβάθυνση των χαρακτήρων, στην ιστορική τοποθέτηση των υποθέσεων των έργων τους, στην ευρυμάθεια, στη γνώση και στο χειρισμό της ελληνικής γλώσσας κ.τ.λ. Είναι ο Ισίδωρος Ζουργός και η Ρέα η Γαλανάκη. Τα «Στη σκιά της πεταλούδας» του πρώτου και «Ο αιώνας των λαβυρίνθων» της δεύτερης τα θεωρώ κορυφαία δείγματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας.


Κ.Π.: Ανάμεσα σε δύο βιβλία, ένα ιστορικό και ένα επιστημονικής φαντασίας ποιο θα επιλέγατε;

Ν.Ζ.: Εδώ θα είμαι κατηγορηματικός. Ασυζητητί προτιμώ το ιστορικό βιβλίο, γιατί αναφέρεται σε μια υπαρκτή περίοδο με τα λάθη και τις αρετές της, που όμως έχουμε χρέος να τα γνωρίζουμε όλοι, ώστε να γίνουν οδηγός ζωής και για το μέλλον. Τα επιστημονικής φαντασίας δε με αγγίζουν καθόλου, ίσως γιατί μου αρέσει να είμαι απλός και προσγειωμένος και όχι μελλοντολόγος, μυστηριώδης και αιθεροβάμων.


Κ.Π.: Ποια είναι η γνώμη σας για τη στρατευμένη λογοτεχνία;

ΝΖ: Πιστεύω πως όλοι οι συγγραφείς, αλλά και όλοι οι άνθρωποι, αν θες, με τις πράξεις και τα έργα τους είναι στρατευμένοι στις ιδέες και στις αρχές που οι ίδιοι έχουν ενστερνιστεί και ακολουθούν. Σήμερα η αυστηρή «στράτευση» του παρελθόντος, μετά και την κατάρρευση του ανατολικού συνασπισμού, έχει αμβλυνθεί αρκετά και δεν έχει την ένταση περασμένων δεκαετιών υπέρ της μιας ή της άλλης κοσμοθεωρίας. Σήμερα όλοι οι σκεπτόμενοι άνθρωποι πρέπει να είναι στρατευμένοι σε αξίες σύγχρονες, όπως η κατάργηση των κοινωνικών ανισοτήτων, η καταπολέμηση της φτώχειας, η επικράτηση του δικαίου, η προστασία της φύσης και του πλανήτη και τόσα άλλα προβλήματα που μας απασχολούν.


Κ.Π.: Πόσο μπορεί να επηρεάσει τον αναγνώστη ένα πολιτικό μυθιστόρημα;

Ν.Ζ.: Η συγγραφή ενός βιβλίου και η ανάγνωσή του είναι μια πράξη καθαρά πολιτική, με την έννοια ότι βασική επιδίωξη είναι η βελτίωση της ανθρώπινης ζωής, η βελτίωση του ανθρώπου ως μέλους της κοινωνίας, ως πολιτικού όντος. Για μένα κάθε μυθιστόρημα είναι πολιτικό, περιέχει στοιχεία πολιτικής σκέψης, άρα επηρεάζει βαθιά τον αναγνώστη, τον κάνει να σκέφτεται, να προβληματίζεται και να διεκδικεί.


Κ.Π.: Είναι αλήθεια ότι υπάρχουν «φαντάσματα», άνθρωποι, πόλεις, καταστάσεις, που ευνοούν την έμπνευση κάθε επίδοξου συγγραφέα; 

Ν.Ζ.: Η προσωπικότητα του κάθε ανθρώπου, και του συγγραφέα επομένως, είναι το αποτέλεσμα μιας μακράς διαδικασίας επιρροών από το περιβάλλον, δηλαδή από την πόλη του, από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, από τους γονείς, τους φίλους, τους δασκάλους, την πολιτική κατάσταση ή την ιδεολογία που ασπάστηκε κ.τ.λ. Στοιχεία που τον συνοδεύουν σ’ όλες του τις πράξεις και σ’ όλη του την ζωή, είτε το θέλει, είτε όχι. Απ’ αυτήν την άποψη, ναι, αυτά τα στοιχεία και εμπνέουν και επηρεάζουν κάθε επίδοξο συγγραφέα. Ο Καβάφης δεν θα έγραφε το ίδιο σε άλλη πόλη απ’ την Αλεξάνδρεια με την έντονη κληρονομιά της ελληνιστικής εποχής. Ούτε ο Σοφοκλής σε άλλη πόλη από την Αθήνα και μακριά από την βαριά σκιά του Περικλή. Ούτε ο Δημήτρης Χατζής μακριά από τα Γιάννενα, ή η Διδώ Σωτηρίου μακριά από τη Μικρασία της.


Κ.Π.: Τι θεωρείτε ικανό να ωθήσει την προσοχή των νέων προς την λογοτεχνία σε μια μικρή επαρχιακή πόλη;

Ν.Ζ.: Οι νέοι, παρά τα όσα τους καταλογίζουμε, είναι φιλομαθείς και διψούν για τη μάθηση και προπάντων για την αλήθεια. Έτσι καθήκον των γονιών πρώτα και των δασκάλων ύστερα είναι να ωθήσουν τους νέους, από μικρή μάλιστα ηλικία, από τα παραμύθια κιόλας, να αγαπήσουν το διάβασμα, να εξοικειωθούν με το ξεφύλλισμα, με τις εικόνες, με τα γράμματα, με τη μυρωδιά του τυπογραφείου. Αργότερα, σαν μεγαλώσουν, θα πρέπει και μόνοι τους να αγαπήσουν το διάβασμα, το έντυπο και όχι το ηλεκτρονικό διάβασμα, πάντα με την καθοδήγηση των γονιών και των δασκάλων. Θα βοηθήσουν βέβαια σ’ αυτό και οι βιβλιοθήκες, οι ομιλίες, οι διαλέξεις κ.τ.λ.


Κ.Π.: Πώς διαχειρίζονται, κατά τη γνώμη σας, οι νέοι συγγραφείς και κυρίως οι νέοι και στην ηλικία όλα όσα συμβαίνουν γύρω μας; Ποιος είναι ο μεγαλύτερος φόβος σας για το μέλλον της γραφής;

Ν.Ζ.: Γενικά είμαι υπεραισιόδοξος για το μέλλον της γραφής. Με ενθουσιασμό παρατηρώ πως πολλοί νέοι συγγραφείς έχουν αρετές και προβληματισμούς άξιους προσοχής. Είναι βαθιά μορφωμένοι και βαθιά σκεπτόμενοι που τους απασχολούν όλα τα σύγχρονα προβλήματα και τους αρέσει να καταγίνονται με όσα συμβαίνουν γύρω μας. Από την άλλη όμως δεν μπορώ να μην παρατηρήσω πως υπάρχει και μια υπερπληθώρα νέων συγγραφέων με αποτέλεσμα να έχουν «μπουκώσει» τα ράφια των βιβλιοπωλείων με βιβλία, όχι κατ’ ανάγκην όλα αξιόλογα. Έτσι όμως είναι αρκετά δύσκολο να ξεχωρίσουν οι σοβαρές προτάσεις. Φαίνεται πως ο εγκλεισμός του κορονοϊού ευνόησε τη συγγραφική δημιουργία. Βλέπω όμως και πολλά γραπτά άλλων διστακτικών φίλων και γνωστών να είναι αληθινά διαμαντάκια και να κρύβουν «εν δυνάμει» σοβαρούς υπηρέτες του λόγου. Μπορώ να τους συμβουλέψω, κι απ’ τη δική μου εμπειρία ορμώμενος, να μην το καθυστερούν, να το τολμήσουν και να εκτεθούν.


Κ.Π.: Μιλήστε μας για το βιβλίο σας.

Ν.Ζ.: Το βιβλίο μου, όπως δηλώνει και ο τίτλος του «…και νόον Δαδίου έγνων», είναι ένας φόρος τιμής στο χωριό μου που με γέννησε, με ανέθρεψε, με διέπλασε, με ανέχθηκε και στο οποίο έδρασα και δρω, όσο μπορώ, ακόμα. Αναφέρεται στις δεκαετίες του 50 και 60, όταν η μετεμφυλιακή Ελλάδα άλλαζε προς τα μπρος, προς την πρόοδο και την ανάπτυξη. Διάλεξα δεκαπέντε αντιπροσωπευτικές σκηνές από κείνες τις δεκαετίες: τη μάνα να ζυμώνει, τον αγρότη να σκαλίζει και να ποτίζει, το παιδί να γεννιέται στα χωράφια, τους νεαρούς να κάνουν μπάνιο στο ποτάμι, τη νοικοκυρά να ασβεστώνει, τον Αρή να μαζεύει τα λιγοστά σκουπίδια, τους ανθρώπους να διασκεδάζουν στα καρναβάλια τις Απόκριες, τη νεολαία να διασκεδάζει στα «Λουλούδια», μικρούς και μεγάλους να κάνουν βόλτα στο παζάρι, την κοσμοσυρροή στον κυριακάτικο κινηματογράφο, τη μάνα να μεγαλώνει το παιδί της κάνοντας παιχνίδια με τα χέρια, τη μάνα επίσης να αργοπεθαίνει και να νοιάζεται για όσους αφήνει πίσω, και τόσα άλλα. Έτσι έχει στοιχεία λαογραφικά και ιστορίας και εθνικά και χαρακτηρολογικά και ηθογραφικά και κοινωνικά και βιωματικά και από μνήμες και από διηγήσεις. Όλα αυτά που θα κάνουν τον αναγνώστη να γνωρίσει το χαρακτήρα των Δαδιωτών καλύτερα, ώστε να πει στο τέλος «έγνων τον νόον» του Δαδιού. Συμπερασματικά, μάλλον είναι ένα βιβλίο βιωματικής ενηλικίωσης.


Κ.Π.: Τι ετοιμάζετε για το μέλλον;

Ν.Ζ.: Δεν έχει καλά καλά στεγνώσει το μελάνι από το νέο μου μεγάλο μυθιστόρημα με τίτλο «Η ιστορία ενός ανθρώπου με τη μισή ζωή και τις τρεις ημερομηνίες θανάτου», που κυκλοφόρησε μέσα στον Αύγουστο, κι έχω κι άλλο ένα στα σκαριά. Όπως σε όλα μου τα έργα, αφορμώμαι από ένα πραγματικό γεγονός, που με τη δική μου διάθεση και φαντασία το μεταπλάθω σε ολόκληρο μυθιστόρημα. Στο παρόν μιλάω για έναν κομμουνιστή ιδεολόγο που διώχθηκε και βασανίστηκε από την μεταξική δικτατορία τόσο πολύ, ώστε να χάσει τα λογικά του. Και αργότερα όμως όταν ανέβαινε στο βουνό κοντά στους φίλους του τους αντάρτες στην κατοχή, τον απόδιωχναν κι εκείνοι σαν άχρηστο και επικίνδυνο. Τελικά κατέληξε στο ψυχιατρείο όπου και ύστερα από πολλά πολλά χρόνια πέθανε άσημος εντελώς, ξεχασμένος και διαγραμμένος απ’ όλους.


Κ.Π.: Σας ευχαριστώ και σας εύχομαι έμπνευση και επιτυχία.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου