Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2022

Ο Εθνικός Δρυμός…… ένα λαογραφικό ιστόρημα του Κώστα Ι. Κούσουλα


 
Του Κώστα Ι. Κούσουλα(1921-2018)  

  

 Πρώτη φορά κόντεψα να χαθώ σε βουνό να δεις, και σε ποιο βουνό να πεις, στο δικό μας, στον Παρνασσό. Άειντε ντε, το θυμάμαι ακόμα κι ανατριχιάζω…

 Ήτανε τότε που υπηρεσιακά μ’ είχανε αποκόψει απ’ τ’ αμπέλια, με τη δικτατορία. Το περπάτημα για μένα ήτανε η ζωή μου.   Μ’ αυτά και μ’ αυτά, ακριβώς τότε, στο χωριό σαν ερχόμουνα και μαζευόμαστε οι Κουσλέοι όλοι μαζί, δέκα-δεκαπέντε εγώ σαν ο πιο σεβαστός καθόμουνα στην κορυφή του μεγάλου μακρόστενου τραπεζιού. Η κυρά Φροσύνη απ’ την άλλη μεριά. Πώς έγινε εκείνη τη φορά και κάθισα δίπλα στη μάνα μου. Με κοιτάει καλά-καλά, ετοίμασε και τι θα πει και μου λέει να δεις ποιητικά. Κώστα μου πούν’ τα νιάτα σου και πουν’ η γιομορφιά σου, πούναι τα μαύρα φρύδια σου και τα ζγουρά μαλλιά σου.. Πάα...πάα λέω- όχι βέβαια και πανικόβλητος! Μωρέ, λες να έχει δίκιο η κυρά Φροσύνη; 

   Την άλλη μέρα, το είπα απ’ το βράδυ. Αύριο πρωί θ’ ανέβω στον Παρνασσό, να, στη Ζέλη, να θυμηθώ λίγο τα παλιά μου. Ρε που Θα πας, δεν είναι τώρα κανένας στο βουνό. Όλοι πάνε και γυρίζουν τώρα με τ’ αυτοκίνητα - ο Λουκάς δεν τόχε πάρει ακόμα - πες στο Γιώργο- το Σκουρογιάνννη - να σε πάει. Όχι, θ’ ανέβω με τα πόδια και θα γυρίσω ως το μεσημέρι, το πολύ δυό η ώρα θάμαι εδώ. 

   Πρέπει νάταν γύρω στο ‘80, 1981 ή 1982. Να σου δώσουμε φαϊ τίποτα, όχι θα πάρω μόνο ψωμί κι ελιές να καθίσω στο βρύση της Ζέλης. Νάμαι που λες να σκαπετάω απ’ τις έξι ώρα να πιάσω τα  γμαροκατουρήματα. Ποια τέτοια! Δε μυρίζανε να δεις τίποτα, πουθενά! Μπας και πέρασα; έκαμα σκεφτικός. Είχε δασώσει εκεί ο τόπος, όπως απαγορεύτηκε στα γίδια, κι άειντε εσύ να τα βρεις, και μαζί, πάνε τώρα και γουμάρια και μουλάρια. 

   Τ’ αυτοκίνητα είναι τώρα που ανεβοκατεβαίνουνε. Πάνε τώρα τα τέτοια σημάδια που αφήνανε με τη συνήθεια τους τα ζα! Άειντε παραπάνω να μετράω τις αλλαγές. Πρέπει να’ ταν άνοιξη, Πάσχα ημέρες, και πρωί – πρωί δεν ήταν κανένας στα μονοπάτια που είχαν με τον καιρό σβήσει και περπατούσα μόνος τώρα εγώ. 

   Πέρασα έξω απ’ την Απάνω Σουβάλα, τη Φρουξιλιά, τα Κανάβια, ποιο πάνω είχαν γίνει ένα δύο σπίτια, πέρασα το Ίσιωμα, είδα από ψηλότερα απ’ το δρόμο με συγκίνηση τα Κολοκυθέϊκα μαντριά. Σταμάτησα και κάθισα σκεφτικός στη βρύση της Ζέλης. Είχε πάρει τον κατήφορο κι αυτή με την κέδρινη κούπα της χαλασμένη και κείνα τα καθίσματα δίπλα της, κάτι σα μάρμαρα τότε, τίποτα. Τώρα, μόλις που βρήκα μια πέτρα πλακερή, ίσα, δίπλα στη βρύση να καθίσω να βρέξω το ψωμί και να φάω τις ελιές. 

   Θυμήθηκα που παραβγαίναμε πόσο καρβέλι μπορεί να φάει κανένας εκεί στο νερό και με πόσες ελιές. Ο μακαρίτης ο καθηγητάρας, ο Γιώργος ο Αμπελουργός μας είχε ξεπεράσει μια φορά όλους. Έφαγε μισό καρβέλι με 150 ελιές! Μάς έδειξε να δεις την πόρπη του που είχε τεντώσει τρεις τρύπες! Τί να θυμηθείς! Απέναντι απ’ τη βρύση, να κοντά, είχε ένα μικρό ελατάκι και τα μελισαργάκια κρεμόντανε σα μπαλίτσες στα λατσούδια του τσρτ τσούρτ τραγουδώντας κι ανεβοκατεβαίνοντας σαν τους ζογκλέρ στο τσίρκο που παίζουνε με κείνα τα δικά τους κόλπα τα μαγικά. Τώρα το ελατάκι ήταν ένας έλατος μέχρι ‘κει πάνω, κι όσο για μελισαργάκια ή άλλα πουλιά, σ’ όλη τη διαδρομή δε θυμάμαι να είδα μπιτ κανένα πουθενά. 

    Κάτω στα Κολοκυθέϊκα κύτταξα για χνάρια, στη στρούγκα, δεν φαινότανε τίποτα. Θυμήθηκα τις μπανάνες που κρέμασε ο Κώστας ο Αντωνίου στον έλατο της στρούγκας και το γέρο Χρήστο που τις δοκίμασε κι αποφάνθηκε πιφ! λέρωσα τα δόντιά μου, σαν το κοψίδι ρε δεν έχει άλλο!.. 

   Είπα να γυρίσω πίσω, όμως απ’ το βράδυ είχα προκατασκευάσει τη διαδρομή, έτσι για να πάρω πλήρη γεύση απ’ το αγαπημένο μας βουνό. Θ’ ανέβω λέω Αρτοτέντα, Καρκαβέλια, θα βγω στο σύνορο με το Δαδιώτικο. Θα κάμω λέω προς τα κάτω το γύρο ως του Εμίν τη βρύση, στο μοναστήρι, και θα πέσω στο χωριό απ’ τα Ισιώματα. 

   Γύρισα ορεξάτος στο σύνορο προς το Δαδιώτικο και πήρα τον κατήφορο φτουρώντας το δρόμο. Πάντοτε μου αρέσει να χαράζω μονοπάτια, δικά μου, μου στοίχισε να δεις πολλές φορές αυτό στη ζωή, αυτή τη φορά λέω, τί να κατεβαίνω τώρα το δρόμο ως του Εμίν τη βρύση, ας κόψω στο δάσος αριστερότερα πίσω απ' την Τούφα του Μαρέ, να πέσω στην Κορομπλιά και να κατέβω απ' τη Μεγάλη Ράχη. 

    Στην αρχή όλα καλά, τα τσαρπάκλια και τις κατρακύλες στις κατηφοριές τις ξεπέρναγα σα νάχα φτερά. Ώσπου σε κάποια στιγμή πέφτω πάνω σε ένα φράχτη, τί φράχτη! από σύρμα πιιι να δεις και σίδερα, ως δύο μέτρα! Τότε θυμήθηκα πως εδώ που έκανα την κουτουράδα να παρατήσω το δρόμο, είχε γίνει ο Εθνικός Δρυμός! Βρε λέω, τώρα τί θα γίνει! Που θα πάει λέω, πού και τί, σύρριζα στο φράχτη θα περπατήσω, κι όπου τελειώσει, θα το πάω αριστερά να βγω στα Ισιώματα. 

    Κοιτάω το ρολόι μου, κοντά δύο η ώρα, πω πω σκέφτηκα πως πέρασε η ώρα. Εδώ να περάσω, εκεί, να περάσω πιο κάτω, πουθενά! Ο τοίχος απ’ το σύρμα, με πήγε σε σάρες με πήγε σε γκρεμούς, αδύνατον να περάσω πουθενά! Ο ήλιος έγειρε κοιτάω το ρολόι τέσσερις η ώρα. Είμαι κατατσακισμένος. Λυγάνε τα γόνατά μου, πρώτη φορά δε μ’ ακούγανε, με προδίνανε, το κατάλαβα κάτι τέτοιο, α ρε μάνα λέω, που το κατάλαβες κι’ εσύ που γέρασα, λες να μη μπορέσω να βγω, να πέσω πουθενά και να μη σηκωθώ! Φοβήθηκα τρεμούλιασα. Ο ήλιος έγειρε να βασιλέψει κι εγώ ακόμα τίποτα, δεν έβλεπα πού και πως θα βγω… 

    Κι εκεί που δεν άντεχα άλλο και φοβούμουνα μη νυχτώσει και είδα τα όρνια ψηλά να γυροφέρνουν στο βράδυ και είπα, λες να με περιμένουν να τσακιστώ, να που τελειώνει ο τοίχος ο συρματένιος, κι είμαι ακριβώς πάνω απ’ το Σταμάτη! 

    Σφίγγομαι ξεθαρρεμένος και πιάνω το Ίσιωμα. Κόντευε να νυχτώσει όταν το θυμάμαι αναπαμένος, έκοψα απ’ του Λιάρτη και πέρασα χαμηλά απ’ το στενό του Καψιώτη, και μύρισα στου Μαυράκη τις ψησταριές! Τεντώθηκα να μη φαίνομαι κουρασμένος κι έφτασα στο σπίτι.

    Ήμουνα εξήντα χρονών. Και περπάτησα απ’ το πρωί πάνω από δέκα, δώδεκα ώρες σε σάρες και γκρεμούς απίστευτους, σ’ ένα βουνό που νόμιζα πως ήξερα όλα τα μονοπάτια του και κόντεψα να χαθώ, στον Εθνικό Δρυμό.

 

          Επιμέλεια - Ανάρτηση: Αλέκος Ι. Βαλάσκας 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου