Κυριακή, 10 Μαρτίου 2019

ΠΟΛΥΔΡΟΣΟΣ- ΣΟΥΒΑΛΑ ΠΑΡΝΑΣΣΟΥ . ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ ΜΑΡΤΙΟΥ. Η Σουβαλιώτισσα Μαρία Α. Λιάμτσια θυμάται τα ..."Αποκριάτικα".

....Τραγδάγαμε, χορεύαμε, γλεντάγαμε,  με  το  τίποτα  τότε. Μασκαρευόμασταν  κιόλας....
Μάρτιος  . Οι  Σουβαλιώτισσες  θυμούνται,  η  Βασιλική Χριστοπούλου  Μερτζάνη τις  καταγράφει  στο εξαιρετικό, συλλεκτικό βιβλίο της  "Μια Σουβαλιώτισσα θυμάται"(2002) , ο Λαογραφικός Σύλλογος Πολυδρόσου βάζει αποσπάσματα από  αυτά τα αφηγήματα στο  Ημερολόγιο  του  2009  και  εμείς  κάθε  μήνα  σας  τα  παρουσιάζουμε "περιποιημένα".  Η σημερινή  μας παρουσίαση συνοδεύεται  από στίχους των  τραγουδιών , "Το  μικρό  βλαχόπουλο", "Ψηλά  στην  Κωστηλάτα" και "Αγνάντεψα  παπαδούλα  μου"   που στίχους τους  απήγγειλε  η αφηγήτρια. Εμείς  βρήκαμε  τα  τραγούδια  σε σπάνια βίντεο  μαζί  με  τους  στίχους  τους  και  σας  τα  παραθέτουμε.

Αφηγείται η Μαρία Α. Λιάμτσια, την οικογένεια  της  οποίας   ευχαριστούμε για  το  φωτογραφικό υλικό  που  μας  παραχώρησε.

Τραγδάγαμε, χορεύαμε, γλεντάγαμε, με  το ......

τίποτα  τότε.

"Σήμερα  αλλάζει  ο  καιρός  , σήμερα  αλλάζει  ο  χρόνος,
σήμερα  τρία  αρχοντόπουλα  αντάμα  τρών  και  πίνουν.
Πήραν του  Κώστα  τα  παιδιά  , τ' Αλέξη  τη  γυναίκα
και  του  μικρού  βλαχόπουλου  πήραν  την  αδερφή  του.
Ο Κώστας κάνει  άλλα  παιδιά κι ο Αλέξης  άλλη  γυναίκα
μον  το  μικρό  βλαχόπουλο  άλλη  αδερφή  δεν  κάνει."





ΚΑΙ ΟΛΟΚΛΗΡΟ  ΤΟ  ΑΚΡΙΤΙΚΟ  ΤΡΑΓΟΥΔΙ "ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟ"..
Ο Κωσταντίνος ο μικρός κι ο Αλέξης ο ανδρειωμένος,
και το μικρό Βλαχόπουλο αντάμα τρων και πίνουν,
έχουνε και τους μαύρους τους σ έναν ταβλάν δεμένους·
Του Κώστα τρώγει τα σίδερα, τ' Αλέξη τα λιθάρια,
και του μικρού Βλαχόπουλου τα δένδρα ξεριζώνει.
Εκείνοι τρων και πίνουνε, κι αντάμα ξεφαντώνουν,
κι ένα πουλάκι έκατσε στης τράπεζας τ΄αχείλι.
Δεν κιλάδούσε σαν πουλί, μηδέ σαν χελιδόνι,
μόν' κιλαδούσε κι έσερνεν αθρώπινην λαλίτσα·
«Εσείς τρώτε και πίνετε, κι οι κλέφτες σάς πατήσαν·
πήραν του Κώστα τα παιδιά, τ΄Αλέξη τη γυναίκα,
και του μικρού Βλαχόπουλου, πήραν την αδελφήν του».
Ο Κώστας το καλίγωνε, κι Αλέξης το σελώνει,
και το μικρό Βλαχόπουλο στον μαύρο καβαλάρης.
«Σύρε Βλαχάκι μ', σύρ' εσύ, και χιλιομέτρησέ τους,
κι αν είναι χίλιοι, έμβα τους, κι αν είναι δυο χιλιάδες,
κι αν είναι τρεις και τέσσαρες, απολογιά μας στέλνεις».
Δίνει βιτσιάν του μαύρου του μαύρου του, στον κάμπον κατεβαίνει·
βλέπει τ΄ασκέρι κι είν' πολύ, και μετρημόν δεν έχει.
Στέκεται, διαλογίζεται, κι ατός του το θαυμάζει·
πίσω να πάγει ντρέπεται, μπροστά να πά' φοβάται.'
Στέκεται, διαλογίζεται, το μαύρο του ρωτάει·
«Δύνεσαι, μαύρε μ', δύνεσαι, να μπούμε και να βγούμε;»
Ο μαύρος πιλογήθηκε, με πόθον τόνε λέγει·
«Δύναμ' αφέντη, δύνομαι, να μπούμε και να βγούμε».
Δεν είναι χίλιοι να τους μπω, δεν είναι δυο χιλιάδες,
δεν είναι τρεις και τέσσερις, μόν' είν' οκτώ χιλιάδες
Δύναμ' αφέντη, δύνομαι, να μπούμε και να βγούμε».
«Βάστα, βρε μαύρε μου, καλά, σπαθί μου δαμασκένιο!»
Στο έμπα χίλιους έκοψε, στο έβγα δυο χιλιάδες,
και στο καλό το γύρισμα κανέναν δεν αφήνει.
Ψιλήν φωνίτσαν έσυρε, όσο κι αν ημπορούσε·
Που είσ' Αλέξη μ' αδελφέ, Κώστα μ' ανδρειωμένε·
αν είστ' ομπρός μου φύγετε, στα δάση να κρυφθείτε,
κι ο μαύρος μου εμούστωσε πηδώντας τα κεφάλια».
Κι εκείνοι τον εζούλεψαν, ρίχνουν και τον βαρούνε.
Πήρ' ο Κώστας το μαύρο του, κι Αλέξης το σπαθί του.
Κι ο άγγελος κατέβηκε και πήρε την ψυχή του.



..... Είχαμε  μια  κάδη  με  πιπέρια  τουρσί  στο  κατώι. Κουβάλαγε η  μάννα  μου  πιπέρια  και  κρασί  με  το  μπακράτσι κι ο  χορός  κράταγε  ίσαμε  το  πρωί, πότε  στο  σπίτι  του  Μπαρδαμπούλια, πότε  στον  Κουγιότα, πότε  στο  Μπαλάσκα.

Μασκαρευόμασταν  κιόλας. Εγώ  η  Κακασοθυμιά, η  Κουγιότενα, φοράγαμε  παλιοπαντέλονα  τρύπια  τ' αντρώνε, μουτζουρωνόμασταν και  καβάλα  τσιτσέλα ή ανάποδα  στα  γμάρια, πααίναμε  σιαπάν' στο  χωριό να  βρούμε  τους  τσοπάνηδες.




                                                                                  ΦΩΤΟ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟΣ

Κρεμάγαμε  τράστα με  παλαιικά  λεφτά ή  χαρτιά  στα  ζά για  να  πληρώσουμε  τάχαμ'  το  γαλατά.  Ρωτάγαμε  πούναι  του  Μάγου  το  σπίτι  να  δώσουμε  τα  χρωστιμιά! Και  από  πίσω  τα  χαιβάνια  δρέμοντας πω-πω τι  γινότανε !
Ο  Γιώργος  ο Κούσουλας  γινότανε  γαμπρός  με  αλεύρια  στα  μούτρα, η  Βασίλω του  Παπαθαναση νύφη  με  γιορντάνια από  αρμαθιασμένα  σαλιγκάρια. Κουμπάροι ο  Λουκάς  ο  Στύλιας  με  τη  Θυμιά.


                        ΦΩΤΟ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟΣ

Τα μαντηλώματα  ήταν τσουράπια  τρούπια, παλιοπετσέτες κι απάνω  σε  παλιοδίσκια  τα  δώρα, παλιοπάπτσα  , σχισμένα  χειρομάντηλα, παλιοπράγματα  απ' το  ρέμα.




Ο  γέρο Κοντογιαννιός  με  τον τούμπανο κι  ο  γέρο  Μπαρδαμπούλιας   με  την  καραμούζα φέρνανε  τον  κουμπάρο  και  τη  νύφη  στην  πλατεία  για  τα  στέφανα, ο  ψευτοπαπαπάς  διάβαζε  τα  γράμματα που  λένε για  τούς  πεθαμένους, τους  σταύρωνε  , τους  έλεγε  και  αιωνία  η  μνήμη !

 

                                 ΦΩΤΟ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟΣ

Η  Γιργού  του  Μπλαρογιώργου γινέτανε γύφτσα, ξέπλεκε  τα  μαλλιά  της  , έπαιρνε  μια αγκούτσα  και  πάαινε τον  ανήφορο. Δεν  παν' να  γελάγανε  ο  κόσμος, αυτή  δεν  γέλαγε  ντίπ  η  συχωρεμένη.
Ο  Γιάννης  ο  Κυρίτσης  μια  βολά  έβαλε  ένα  τομάρι, γίνηκε  αρκούδα με  αλυσίδα  και  πάαινε  με  τα  τέσσερα. Άλλος  έκανε  το  διακονιάρη, τον  βάραγε  με  την  αγκούτσα να  σηκωθεί  όρθιος να  χορέψει.
Εμείς  οι  γυναίκες  αρχινάγαμε το  χορό κι  ύστερα  μπαίνανε  οι  άντρες.

"Ρίξε  φαρμάκι  στο γυαλί  , φαρμάκωστον  το  γέρο
και  πάρε  με  το  νιούτσικο  , μένα  το  παληκάρι
να  σε  χορτάσω  φίλημα, να  σε  χορτάσω  μόσχο." 

Ψηλό  μου  κυπαρίσσι  γέρνει  η  κορφάδα  σου
και  ποιός  θα  τη  γλεντήσει  την  ομορφάδα  σου.
{Από  το  τραγούδι  "Ψηλά  στην  Κωστηλάτα"- ολόκληρο παρακάτω}

 Η ΕΝΩΣΗ ΗΠΕΙΡΩΤΩΝ ΙΛΙΟΥ ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΠΕΤΡΑ  ΧΟΡΕΥΕΙ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ  "ΨΗΛΑ ΣΤΗΝ ΚΩΣΤΗΛΑΤΑ"14 ΙΟΥΛ 2014




Ψηλά στην Κωστηλάτα, στα κρύα τα νερά,
χορεύουν τα κορίτσια, μαζί με τα παιδιά.

Πο πο πο πο τρομάρα σας να μην το μάθει η μανα σας,
πο πο πο πο τι γιένεται και στο χωριό δε φαίνεται.

Ψηλά στην Κωστηλάτα, στα κρύα τα νερά,
χορεύουν τα κορίτσια με τ’ απροζώναρα.

Πο πο πο πο τρομάρα σας να μην το μάθει η μανα σας,
πο πο πο πο τι γιένεται και στο χωριό δε φαίνεται.

Ψηλό μου κυπαρίσσι γέρνει η κορφάδα σου,
και ποιος θα την γλεντήσει την ομορφάδα σου.

Πο πο πο πο τρομάρα σας να μην το μάθει η μανα σας,
πο πο πο πο τι γιένεται και στο χωριό δε φαίνεται.

"Κατακαμπίς  στον  κάμπο  έιδα  ένα  κομμάτι σύννεφο
κι  ένα  κομμάτι  αντάρα
κι  ενώ  δεν  είναι  σύνεφο κι  ενώ  δεν  είναι  αντάρα
μον'  είν' η τσούπρα  του  παπά
πούρχεται  απ' τ' αμπέλι  , τα  μήλα  φορτωμένη."
(στίχος από το παρακάτω τραγούδι  που σας παρουσιάζουμε ολόκληρο)


ΚΑΙ  ΤΟ  ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΜΕ  ΤΟΥΣ  ΣΤΙΧΟΥΣ "ΑΓΝΑΝΤΕΨΑ ΠΑΠΑΔΟΥΛΑ  ΜΟΥ"
ΑΠΟ  ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟ  ΧΟΡΟ ΤΩΝ ΑΜΠΛΙΑΝΙΤΩΝ   ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΑΜΠΛΙΑΝΗ ΕΥΡΥΤΑΝΙΑΣ 26/7/10 ΤΗΣ ΑΓ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ. (ΧΟΡΟΣ ΤΟΥ ΣΤΕΓΓΟΥ).
ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΜΕ ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΗ ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ ΤΩΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΩΝ ΤΗΣ ΟΡΧΗΣΤΡΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΥ...ΑΠΕΡΑΝΤΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ!!!




Αγνάντεψα παπαδούλα μου
αγνάνυεψα κατακαμπίς
κατακαμπίς  στον  κάμπο
μωρ' παπαδημοπούλα μου.

Βλεπω  κομμά- παπαδούλα  μου 
βλέπω κομμάτι  σύνεφο
κι ενα κομμάτι αντάρα
μώρ' παπαδημοπούλα μου.

Αυτό  δεν  εί- παπαδούλα  μου
αυτό δεν  είναι  σύννεφο
μήτε κομμάτι αντάρα
μώρ παπαδημοπούλα μου.

Μώρ  ειν' η Μά- παπαδούλα μου
μώρ είναι η Μάρω  του  παπά
πούρχεται απ' τ' αμπέλι 
στα μήλα  φορτωμένη

Δυό  μήλα παπαδούλα  μου
δυό  μήλα  της  εγύρεψα 
κι  αυτή  μου  δίνει  πέντε
μώρ παπαδημοπούλα μου.

Δεν  θέλω  εγώ  παπαδούλα  μου
δε  θέλω  εγω  τα  μήλα  σου
τα τσαλοπατημένα 
που  τάχες για τ' εμένα.

Μον' θέλω  παπαδούλα  μου
μον' θέλω  τα  χειλάκια  σου
πούνε  γλυκά  σαν  μέλι
μώρ  παπαδημοπούλα  μου.

Μέχρι  το  κρεατοσάββατο  τρώγαμε  τραχανόπιτες με  λίγο  λαδάκι  που  έκανε  η  γιαγιαμ' η  Γιαννού μία  το  πρωί  και  μία  το  βράδυ.
Την  τελευταία  Κυριακή  το  βράδυ  τρώγαμε  κρέας  και  αποκρεύαμε.
Την  Καθαρά  Δευτέρα πλέναμε, πιάτα, ποτήρια, χλιάρια  με  θολόσταχτη για  να  καθαρίσνε  καλά.
Τρώγαμε  φασούλια  γρίτσες  αλάδιαγα και  ταραμά. Νηστεία  μέχρι  τη  Λαμπρή  ύστερα. Δεν  ματατρώγαμε  κρέας.
Έκοβε κρεμμυδάκια  και  τα  τηγάνιζε  η  γιαγιά μ' και  τάριχνε  μέσα  στα  λάχανα, έριχνε  κι  αλεύρια  μπομποτένια και  τα  ζύμωνε  αντάμα και  τι  γλυκειά  γινότανε  η  λαχανόπιτα, ροδοκόκκινη,  μοσχοβόλαγε!!
Τώρα  τι  κρατάει  απ'  αυτά  ο  κόσμος,   δεν  ξέρω.
"Γ"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου