ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

Translate

Σάββατο, 29 Ιουλίου 2017

ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΚΩΝ/ΝΟΥ ΔΗΜ. ΚΑΤΣΑΡΜΑ ΜΕΡΟΣ Γ

Παναγιώτης Δημάκης
Σύνοψις και σχόλια Β μέρους.
Στο πρώτο μέρος τής αυτοβιογραφίας του, ο Κ .Δ. Κατσαρμάς, μάς άνοιξε ένα παράθυρο, στο παρελθόν, στήν ζωή τών κοντινών προγόνων μας, στήν περίκλειστη, αγροτική μικρή μας πόλη, .....
πού ζούσε, με τούς δικούς της κώδικες και αξίες, τις οποίες με οξεία και αξιολογική παρατηρητικότητα, καταγράφει. Ένα συναρπαστικό ιστόρημα, τηρουμένων τών αναλογιών, από ένα προικισμένο αφηγητή, πού ξετυλίγει με υπομονή, τόν μύθο του, επίμονος και διεκδικητικός, και, πού αναγκάζεται, από τις συνθήκες και τις δεσμεύσεις, να διακόψει τις σπουδές του, να γίνει υπηρέτης ( υπάλληλος ), στη Λιβαδειά, για να συμπληρώσει τήν προικοδότηση τής μικρής αδελφής του. Περιγράφει με εκφραστική δύναμη, τήν μεταχείριση του από τα αφεντικά, αναγκάζεται να σύρει, με το καρότσι βαριά για την ηλικία του φορτία, μέσα από τις λάσπες και τούς νερόλακκους, τής Λιβαδειάς, να ζυμώνει ο ιδιος το ψωμί του, να γυαλίζει τα παπούτσια τών αφεντικών, ο ίδιος ξεκάλτσωτος, με τα τσαρούχια, και, να οπλίζει, το θυμικό του, με την αποστροφή στήν αδικία, σε μία νοητική επαναστατική γυμναστική, πού στρεφόταν όμως, όχι στην ανατροπή, τών κατεστημένων, αλλά στήν προσωπική άνοδό του, όπως θα δούμε, στα κοινωνικά αυτά επιθυμητά επίπεδα. Η μοίρα όμως αποφασίζει αλλιώς, η απώλεια τής μικρής του αδελφής, τον επαναφέρει οίκαδε, στήν πατρική του εστία, ώς αγρότη πλέον, πού αναλαμβάνει τα δύο μεταφορικά κάρα και τις καλλιέργειες, διακόπτοντας πάλι την μελέτη, πού τόσο αγαπούσε. Φαίνεται ότι όμως, οι καιροί αλλάζουν, τα αδιέξοδα και η επιμονή του, έπεισαν τον πατέρα του, να τού δανείσει 500 δραχμές, και, ακολουθώντας, το μεγάλο μεταναστευτικό κύμα, τής εποχής, με σχετική γνώση τών Αγγλικών, να αναχωρήσει, για τήν χώρα, τής επαγγελίας τήν Αμερική, όπου ήδη, πολλοί συμπατριώτες μας, είχαν εγκατασταθεί, και, εμυθολογείτο η οικονομική των πρόοδος, πυξίδα απόλυτου προσανατολισμού του. Φθάνοντας στήν Αθήνα, ώς γράφει, αγόρασε ένα κουστούμι, απότάσσοντας οριστικά, τα χειροποίητα υφαντά, μητρικά μάλλινα σκουτιά, μαζί και το παρελθόν, για να παραδοθεί στην νέα πραγματικότητα, όπως τα έντομα, όταν αλλάζουν κέλυφος και μορφή,και, από έρποντα, αποκτούν φτερά και ίπτανται. Φθάνοντας στήν Νότια Ιταλία, ώς έμπειρος αγρότης, σημειώνει, τις άψογες καλλιέργειες τών πορτοκαλεώνων, τις Αγορές, και εκφράζει, την απέχθεια του, στα λαϊκά λιμανίσια ξενοδοχεία, όπου συνέβαιναν τα αίσχιστα, λόγω μεγάλου ευτελισμού, ώς γράφει, αντιθέτου, με τήν ηθική του.

.......Διελθόντες το Γιβραλτάρ και εισελθόντες, εν τώ ωκεανώ, είχομεν τρικυμίαν κατά τάς πρώτας ημέρας, εξ ής και εζαλίσθην επί διήμερον, αλλά μετά ταύτα, καλός καιρός και θάλασσα γαλήνια, επαρέσχον είς ημάς, τήν ευχαρίστησιν τού ταξιδείου, καθημενος, καθ’ όλον το διάστημα τής ημέρας, εν τώ καταστρώματι και βλέποντας, είς τον μακρινόν ορίζοντα τού μέλανος ωκεανού, φαινομένου ώς βυθιζόμενος, είς τον ορίζοντα, εξ ού και αντελήφθην το σφαιροειδές τής γής ώς εκ τού σχολείου εδιδασκόμουν. Όταν επλησιάζαμεν είς Νέαν Υόρκην, νέα τρικυμία, υψώνουσα τα κύματα, ώς όρη. Ήρχισε και χειμών, μετά χιόνος και ψύχους δριμύτατου. Ότε εν τέλει την 9ην Μαρτίου 1911, εφθάσαμεν είς τήν Νέαν Υόρκην, όπου και αποβιβασθήκαμεν, διελθόντες πρότερον τού Καστλ Γκαρντ, ( οι Έλληνες το ονόμαζαν Καστιγκάρι ) όπου ανεθεωρήθημεν, είς την επιτροπήν, αφ’ ενός λόγω υγείας σωματικής και τραχωμάτων, είς τούς οφθαλμούς, πλέον δε εάν είχαμεν, μεθ’ εαυτών 30 τουλάχιστον δολλάρια, ώς και την σύστασιν όπου διευθυνόμεθα. Εμείς είς Νέαν Υόρκην αποβιβασθέντες, εθαυμάζαμεν τας πελωρίους οικιας, ών τα πατώματα ανήρχοντο, είς τινάς και μέχρι 45 τοιούτων, και , όπου διεμείναμεν επίσης περί το ημερονύκτιον είς ξενοδοχείον, χωρίς να πληρώσωμεν, της Εταιρικής Συγκοινωνίας καταβαλούσης ταύτα. Ήδη εδοκιμάσαμεν εκπλήξεις, ότι συννενοούμενοι, οπωσδήποτε είς τήν αγγλικήν γλώσσαν, ομιλών σιγά και γράφων, οσάκις λόγω τής προφοράς μου, δεν εγινόμην αντιληπτός, αντιλαμβανόμουν δε κάλλιστα οτιδήποτε, οσάκις μοι επροφερετο καθαρά και βραδέως. Τήν μεθεπομένην, επιβιβασθέντες ανεμοπλοίου, ανεχωρήσαμεν δια τον λιμένα, προς νότον της Νέας Υόρκης κείμενον, και ού το όνομα μοι διέφυγεν. Μετά δεκάωρον πλούν επιβιβάσθημεν αμέσως, είς τήν έτοιμον προς αναχώρησιν αμαξοστοιχίαν, ήτις μετ’ολίγον ανεχώρησε, με κατεύθυνσιν προς το Σικάγον. Διερχόμενοι δε, διά πολλών σταθμών και πόλεων, εθαύμαζον ιδία, τήν τελειότητα τών σιδηροδρόμων και σιδηροδρομικών σταθμών. Διελθόντες και εκ της μεγάλης πόλεως Κινγκινάζης, κειμένης επί λόφων και ενωμένης, διά κρεμαστών σιδηρών γεφυρών, ενώ ο σταθμός εκεί χαμηλά είς το επίπεδο, ώς πελώριος τοιούτος, και έχων πλείστας όσας γραμμάς, και αμαξοστοιχίας στα διάφορα μέρη, ενταύθα δε αλλαγή εγένοντο τού τραίνου, επιβαίνοντες τού προς Σικάγον κατεθυνομένου τοιούτου. Κατά τήν μέχρι Σικάγον διαδρομήν, διαρκέσασαν εκ της παραλίας 36 συνεχείς ώρας, επαρακολούθουν τας απεράντους πεδιάδας της Αμερικής, τούς λόφους εκ χώματος, ομοιάζοντος προς τα πελώρια, εν ώρα τρικυμίας, κύματα τού ωκεανού, τα παρθένα δάση με τα πανύψηλα και ευθύτατα τον κορμόν δένδρα, τας ωραίας ξυλίνους οικίας, τας κώμας και κωμοπόλεις, τήν ποικιλίαν τών ανθρωπίνων φυσιογνωμιών, εν τοις σταθμοίς, εν ούς και πολλούς μαύρους και μαύρας έβλεπε τις (Αιθίοπας, Αραπάδες) και εν τώ μεταξύ, διότι είχα περιέργεια, είς το τελευταίον βαγόνιον καθήμενος, απηύθυνα μίαν ερώτησιν, είς τον ελεγκτήν οδηγόν τών εισιτηρίων αγγλιστί, όστις βλέπων με, με μάλλινα ρούχα, με ηρώτησε πόθεν έρχομαι. Αφού έμαθεν ότι ήμην Έλλην, τού εγέννησε τήν απορίαν, πώς εγνώριζα τήν Αγγλικήν και πληροφορηθείς τούτο, ενδιαφέρθη πολύ δι’ εμέ, και με συνεστήθη δώσας μου την κάρτα του, και σύστασιν του και θέλων, να με υποστηρίξει, μοι είπεν, ότι θα εθεώρει τον εαυτόν του ευτυχή, εάν τού εδίδετο η ευκαιρία, να μού φανή χρήσιμος, ( ονομάζετο Franklin ) διότι έβλεπεν ένα παιδί, με όραμα διά το κάθε τι. Πλην όμως εγώ, όλως παιδαριωδώς, απέφυγα την υποστήριξιν του. Φθάσαντες εν τέλει είς Σικάγον όπου και εχωρίσθημεν, είς τον σταθμόν τού Σικάγου, μάς παρέλαβεν οδηγός και εισαγαγόντες ημάς εντός λεωφορείων, υπό ίππων συρομένων, μάς οδήγησαν είς έτερον σιδηροδρομικόν σταθμόν, άλλης Εταιρείας, με κατεύθυνσιν προς Sioux City, όπου μετά τριών ημερών και τριών νυκτών, συνεχές από τής παραλίας ταξείδιον, εφθάσαμεν είς τήν μικρήν πόλιν Sioux City ( Σιού-Σίτυ Αϊόβα ), όπου τα πατριωτάκια, ανέμενον είς τόν σταθμόν, Χαρ. Χαραλάμπους, Γεώργιος Δελής και Νικόλαος Χαραλάμπους, Απόστολος Τσακνής, Μιχ. Αναγνωστόπουλος και άλλοι, οι οποίοι μάς υποδέχθησαν με χαράν, οδηγήσαντες ημάς είς τήν οικίαν, ένθα διέμενον και ήτις έκειτο είς συνοικίαν προς νότον τής πόλεως, όπου επαρέθεσαν ημίν δείπνον, όπερ μόνοι των παρεσκεύασαν, και, έχοντες εν βαρέλιον ζύθου, εξ ού πρώτην φοράν είς τήν ζωήν μου έπινον. Τήν επομένην επήγαμεν είς τήν πόλιν, διά προμήθειαν εργατικών ρούχων και παπουτσιών, ώς και τραγιασκών, δι ών δε, καλύπτονται τα ώτα μας, διότι το ψύχος ήτο πολύ δριμύ. Η έκπληξις μου όμως, ήτο αλλοία εκείνης, ήν εφανταζόμην ότι θα εύρω, διότι αμέσως εγεννάτο το ζήτημα τής ευρέσεως εργασίας, καθ’ όσον εν τοις εργοστασίοις τού Sioux City, δεν ήσαν άλλο τι, ειμή δύο σφαγεία, απασχολούντα τέσσερις χιλιάδας εργάτας, και, τινά άλλα ασήμαντα, ήτο δύσκολον να εύρωμεν εργασίαν. Ούτω δε, πρωτοστατούντος τού Αποστόλου Τσακνή, και, κατόπιν ενεργειών του, απεφασίσθη όπως μία ομάς, εκ δέκα ατόμων εν ούς αυτός, εγώ, ο Νικόλαος και Σπύρος Χαραλάμπους, ο Βασίλειος Βασιλείου ( ή Κόνιαρης ), Κ. Τσόκας και τινές άλλοι, κατευθυνθόμεν είς σεϊσον τής Σιδηροδρομικής Γραμμής τής Εταιρείας North Western ( section ) και εργασθώμεν, κατά το θέρος. Τέλος, αφού μετέβην αμέσως, είς το ταχυδρομείον και αφού εξέδωκα επιταγήν, είς το όνομα τού πατρός μου, εκ τών ών είχον υπόλοιπον χρημάτων, εκ τού αρχικώς, δοθέντος μου 500 δραχμών, δολλαρίων 20, ήτοι δραχμών 107,50. Μετά τριήμερον, από τής Σιού Σιτυ ανεχωρήσαμεν, σιδηροδρομικώς διά το χωρίον Garetson, τής South Dakota, όπου και ο Σιδηροδρομικός Σταθμός, τής, ώς είρηται Εταιρείας, όπου και θα είχομεν, ώς κέντρον τής εργασίας μας, διά τήν συντήρησιν τής σιδηροδρομικής γραμμής, με ημερομίσθιον 1,50 δολλάρια, και, διά δεκάωρον εργασίαν, ουχί και τόσον ικανοποιητικόν. [Τα πρόσθεν εγράφησαν παρ’ εμού, αρχικώς είς Garetson, τόν Ιούνιον και Ιούλιον τού έτους 1911.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


Για τους αναγνώστες
ΔΗΜΟΣΙΕΥΟΝΤΑΙ ΤΑ ΕΠΩΝΥΜΑ ΣΧΟΛΙΑ