ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

Translate

Τρίτη, 25 Απριλίου 2017

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΔΙΑΚΟΣ . "Εκελαδούσαν πουλιά / πετώντας όλο πιο πάνω. / Τ' άνθη ευωδιούσαν. / Κι είπε απορώντας: "Πώς να πεθάνω;"

"Τ’ αλφαβητάρι και το καριοφίλι / κανάτι δροσερό σε παραθύρι. / Ζωνάρι πορφυρό κι αρματολίκι  κι αλογατάκι μαύρος ουρανός..., Στο κάστρο του Αλή και στους μπαξέδες  / πρώτη φορά θ’ ακούσεις μια φωνή  / και θα το μάθεις πια το "Ίτε παίδες".

Γιώργος Βιδάκης 
Αθανάσιος Διάκος. Και για τον  Αθανάσιο Διάκο, ο Μάνος Ελευθερίου,  ο Γιάννης  Μαρκόπουλος, ο Χαράλαμπος  Γαργανουράκης  ο Λάκης Χαλκιάς  αλλά και ο Κώστας Καρυωτάκης .....

Ο Αθανάσιος Διάκος γεννήθηκε το 1788 στην Μουσουνίτσα Φωκίδος. (Σήμερα το χωριό φέρει το όνομά του). Το πραγματικό του όνομα ήταν Αθανάσιος Μασσαβέτας (ή Γραμματικός). Ανήκε σε πολυμελή οικογένεια κι' έτσι ο πατέρας του, σε ηλικία 12 ετών τον έστειλε δόκιμο μοναχό στο κοντινό μοναστήρι του Αγ. Ιωάννου του Προδρόμου. Τρία χρόνια αργότερα χειροτονείται διάκονος (διάκος), αλλά σκότωσε κάποιο Τούρκο που προσέβαλε τον ανδρισμό του, και κατέφυγε στο σώμα του αρματωλού Γούλα Σκαλτσά, όπου εντάχθηκε ως σωματοφύλακάς του. Το 1814 εντάσσεται στην σωματοφυλακή του Αλή Πασά, με επί κεφαλής τον Οδυσσέα Ανδρούτσο. Το 1820 γίνεται καπετάνιος του καζά (θρησκευτικού λειτουργού) της Λειβαδιάς, και την ίδια χρονιά μυείται στην Φιλική Εταιρεία. Στις 23 Απριλίου του 1821 ο Διάκος, με μόνο 48 άνδρες, υπερασπίζεται το ξύλινο γεφύρι της Αλαμάνας (Σπερχειού), από τις ορδές του ελληνικής καταγωγής Ομέρ Βρυώνη. Συλλαμβάνεται αιχμάλωτος, αλλά ο Βρυώνης, που τον γνώριζε από την Αυλή του Αλή Πασά, δεν θέλει να τον θανατώσει. Όμως ο Χαλίλ Μπέης, σημαίνων Τούρκος της Λαμίας, πείθει τον ιεραρχικά ανώτερο του Βρυώνη, Κιοσέ Μεχμέτ να του επιβληθεί η ποινή του θανάτου. 


Βασανίζεται φρικτά όλη την νύχτα και την επομένη, 24 Απριλίου 1821, μισοπεθαμένος και εξαντλημένος, δολοφονείται και η σορός του πετιέται σε παρακείμενο ρέμα έξω από την Λαμία, όπου πετούσαν τις κοπριές των αλόγων! Σύμφωνα με μαρτυρίες, αφού βασανίστηκε με καυτό λάδι όλη την νύχτα, οι δήμιοι του πέρασαν υποδόρια, μια σούβλα από την βουβωνική χώρα μέχρι τον δεξιό ώμο, και προτίθεντο να τον ψήσουν όσο ακόμα ανέπνεε! Κατά την μεταφορά του όμως προς την πυρά, κάποιος καβαλάρης Τούρκος, θέλοντας να δώσει τέλος στο μαρτύριο, τον πυροβόλησε δυό φορές στο στήθος και εξαφανίστηκε, εξοργίζοντας τους δημίους και τον Χαλήλ Μπέη!


ΠΡΟΛΟΓΟΣ  ΓΙΑ  ΤΟΝ ΑΘΑΝΑΣΙΟ ΔΙΑΚΟ
Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου
Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος
Ερμηνεία: Χαράλαμπος Γαργανουράκης & Λάκης Χαλκιάς
"Θητεία" 1974



Δεν ήταν περιβόλι και τριφύλλι,
πηγάδι σκοτεινό σ’ ανηφοριά
τ’ αλφαβητάρι και το καριοφίλι
καράβι κουρσεμένο στο Νοτιά
και της αγάπης δάκρυ στο μαντήλι.



Τ’ αλφαβητάρι και το καριοφίλι
κανάτι δροσερό σε παραθύρι.

Γραμματικός στη Λάρισα με γρόσα
στα Χίλια Εφτακόσια Ογδόντα Οκτώ,
δεν ήτανε για τη δική σου γλώσσα
και να κρατάς το στόμα σου κλειστό
που πριν να βγεις στον κόσμο σε κυκλώσαν.

Τ’ αλφαβητάρι και το καριοφίλι
κανάτι δροσερό σε παραθύρι.

Ζωνάρι πορφυρό κι αρματολίκι
κι αλογατάκι μαύρος ουρανός,
προτού να πάρεις ό,τι σου ανήκει
στα Γιάννενα θα ξαναπάς γαμπρός
και θα μετράς τον κόσμο δίχως νίκη.

Τ’ αλφαβητάρι και το καριοφίλι
κανάτι δροσερό σε παραθύρι.

Περαστικός μια μέρα στην Αυλώνα
εγύρισες τα μάτια στην καρδιά
κι είδες ποτάμι να `ρχονται τα χρόνια
παλικαράκι μες στη Λιβαδειά
εντύθηκες στο μαύρο αρραβώνα.

Τ’ αλφαβητάρι και το καριοφίλι
κανάτι δροσερό σε παραθύρι.

Στο κάστρο του Αλή και στους μπαξέδες
πρώτη φορά θ’ ακούσεις μια φωνή
και θα το μάθεις πια το "Ίτε παίδες"
την πόρτα που θ’ ανοίξεις στη ζωή,
λόγια πικρά θα λες στους καφενέδες.

Τ’ αλφαβητάρι και το καριοφίλι
κανάτι δροσερό σε παραθύρι.

Το φως μες στην καρδιά φαρμακωμένο
σημάδεψε την πόρτα του φονιά
μα εγώ θα μείνω εδώ να περιμένω
για να σε βρω ξανά σε παγανιά
την ύστερη φορά που θα διαβαίνω.

Τ’ αλφαβητάρι και το καριοφίλι
κανάτι δροσερό σε παραθύρι.

Και θα `σαι περιβόλι και τριφύλλι
τριάντα τρία χρόνια στη σειρά
στης λησμονιάς το χώμα σαν καντήλι,
πηγάδι σκοτεινό σ’ ανηφοριά
μ’ αλφαβητάρι και με καριοφύλι.

Τ’ αλφαβητάρι και το καριοφίλι
κανάτι δροσερό σε παραθύρι.


ΔΙΑΚΟΣ.
Μέρα τ' Απρίλη,
πράσινο λάμπος,
γελούσε ο κάμπος
με το τριφύλλι.
Ως την εφίλει
το πρωϊνό θάμπος,
η φύση σάμπως γλυκά να ομίλει.
Εκελαδούσαν πουλιά
πετώντας όλο πιο πάνω.
Τ' άνθη ευωδιούσαν.
Κι είπε απορώντας:
"Πώς να πεθάνω;"
(Από την "Ηρωϊκή Τριλογία" του Κ. Καρυωτάκη)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


Για τους αναγνώστες
ΔΗΜΟΣΙΕΥΟΝΤΑΙ ΤΑ ΕΠΩΝΥΜΑ ΣΧΟΛΙΑ