ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

Translate

Τρίτη, 28 Μαρτίου 2017

Ο ΚΙΤΣΟΣ ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ ΚΑΙ Η ΦΑΡΑ ΤΩΝ ΜΠΟΤΣΑΡΑΙΩΝ. "Tον Kίτσο τόνε πιάσανε και παν να τον κρεμάσουν, / χίλιοι τον παν από μπροστά.....


...και δυο χιλιάδες πίσω / κι ολοξοπίσω πήγαινε η μαύρη του μανούλα. / Μοιρολογούσε κι έλεγε, μοιρολογά και λέει,  / Kίτσο, πού είναι τ’ άρματα, τα έρημα τσαπράζια; "

Γιώργος Βιδάκης
Το τραγούδι  που  θα  σας παρουσιάσουμε  σήμερα  αναφέρεται  στο θάνατο  του  Κίτσου Μπότσαρη (1754-1813) , πατέρα  του  θρυλικού Μάρκου Μπότσαρη.  Ο Κίτσος ήταν ο δευτερότοκος γιος του Γιώργη Μπότσαρη της σπουδαίας Σουλιώτικης φάρας των Μποτσαραίων.  Γεννήθηκε το 1754 στο Σούλι. Μετά τον θάνατο του.....
.... πρωτότοκου αδελφού του Τούσια, το 1792, ανέλαβε την αρχηγία της φάρας των Μποτσαραίων. Ο Κίτσος Μπότσαρης ήταν ένα από τα πέντε παιδιά των οπλαρχηγών Σουλιωτών που είχε πάρει ο Αλή Πασάς ως ομήρους στη πρώτη εκστρατεία του το 1789. 

Παρά την οδυνηρή αυτή εξέλιξη, ο Κίτσος Μπότσαρης, από τα στοιχεία που έχουν δει το φως, ως μετριοπαθής φαίνεται να συνέχιζε να έχαιρε της συμπάθειας του Αλή Πασά και να τελούσε υπό αγαθή συμβίωση. Όταν όμως επήλθαν τα γεγονότα του 1803, (τρίτη εκστρατεία του Αλή Πασά κατά των Σουλιωτών), ο Κίτσος Μπότσαρης εγκαταλείποντας τον γιο του στην Αυλή του Πασά έσπευσε στην πατρίδα του που κινδύνευε και σαν ανήμερο θηρίο τέθηκε επικεφαλής μιας φάλαγγας Σουλιωτών που δεν είχαν ακόμη εγκαταλείψει την πατρίδα τους και να τραπούν προς την Πάργα και τα Επτάνησα. Με τη φάλαγγα αυτή αμυνόμενος ζήτησε τελικά να εγκατασταθεί σε περιοχή πλησίον της Άρτας γενόμενος έτσι ένας από τους μεγάλους ήρωες τόσο του Ζαλόγγου, όσο και αργότερα στη μάχη του Σέλτσου.


Στη συνέχεια όμως βλέποντας πως κάθε αντίσταση είναι πλέον μάταιη κατέφυγε και αυτός στη Πάργα και από εκεί πέρασε στη Κέρκυρα όπου και κατατάχθηκε στα ηπειρωτικά τάγματα με το βαθμό του μαγγιόρου (= κατά διοίκηση σαν ταγματάρχης) όπου και διακρίθηκε για τη γενναιότητά του και την πειθαρχία του.
Μετά δε την πτώση του Ναπολέοντα δυστυχώς, ο Κίτσος Μπότσαρης παρασυρόμενος από τις διάφορες δόλιες υποσχέσεις του Αλή Πασά που του μετέφεραν απεσταλμένοι του, ακολουθώντας τους, αυτοί τον συνέλαβαν και τον έστειλαν στην Άρτα όπου και δολοφονήθηκε, (1813), κατ΄ εντολή του Αλή Πασά, από τον Γώγο Μπακόλα, (αρματολός από τη Σκουληκαριά Βάλτου), προς τον οποίον αργότερα οι Σουλιώτες ποτέ δεν έπαψαν να τρέφουν άσπονδο μίσος.

Μετά τον θάνατο του Κίτσου Μπότσαρη την αρχηγία της φάρας των Μποτσαραίων ανέλαβε ο αδελφός του, Νότης Μπότσαρης, υστερότοκος γιος του Γιώργη Μπότσαρη.


Στίχοι - Μουσική : Παραδοσιακοί
Ερμηνεία : Δόμνα Σαμίου

ΦΛΟΓΕΡΑ: Θοδωρής Γεωργόπουλος
ΛΑΟΥΤΟ: Σωκράτης Σινόπουλος
ΝΤΑΟΥΛΙ: Ανδρέας Παππάς
Από τον δίσκο "Ιστορικά και κλέφτικα"

Για το Θάνατο του Κίτσου Μπότσαρη


Μωρέ, του Kίτσου η μά μωρέ η μάνα κάθουνταν
στην άκρη στο ποτάμι,
με το ποτά μωρέ ποτάμι μάλωνε.



Με το ποτάμι μάλωνε και το πετροβολούσε.
Ποτάμι για λιγόστεψε, ποτάμι στρίψε πίσω
για να περάσω αντίπερα, πέρα στα κλεφτοχώρια
πο ’χουν οι κλέφτες σύναξη κι ούλ’ οι καπεταναίοι.

Tον Kίτσο τόνε πιάσανε και παν να τον κρεμάσουν,
χίλιοι τον παν από μπροστά και δυο χιλιάδες πίσω
κι ολοξοπίσω πήγαινε η μαύρη του μανούλα.
Μοιρολογούσε κι έλεγε, μοιρολογά και λέει,
Kίτσο, πού είναι τ’ άρματα, τα έρημα τσαπράζια; *

Mάνα λωλή, μάνα τρελή, μάνα ξεμυαλισμένη
δεν κλαις τα μαύρα νιάτα μου και την παλικαριά μου,
μόν’ κλαις τα ’ρημα τ’ άρματα, τα έρημα τσαπράζια
μάνα λωλή, μάνα τρελή.
*τσαπράζια: αρματωσιά


Δείτε ένα βίντεο που δημιούργησαν οι μαθητές της Γ΄ τάξης του Γυμνασίου Γαρδικίου στα πλαίσια του μαθήματος της Τοπικής Ιστορίας  για τους προγόνους τους, Σουλιώτες αγωνιστές του 1821.



ΘΑ ΚΛΕΙΣΟΥΜΕ  ΤΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΜΑΣ  ΜΕ ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ  " Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΚΙΤΣΟΥ ΜΠΟΤΣΑΡΗ -1813"  ΟΠΩΣ ΗΤΑΝ ΑΡΧΙΚΑ ΓΙΑΤΙ ΑΡΓΟΤΕΡΑ  ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΑΝ  ΚΑΙ   ΠΑΡΑΛΛΑΓΕΣ ΤΟΥ.
  
Τρία πουλάκια κάθουνταν ‘σ της Άρτας το γιοφύρι,
Το ’να τηράει τα Ιάννινα, τ’ άλλο κατά το Σούλι,
Το τρίτον, το καλήτερον, μυργιολογάει και λέγει·
Ο Μπότσαρης εκίνησε ‘σ τα Ιάννινα να πάγη,
Για να βουλλώση μπουγιορτί, ‘σ το Βουργαρέλ να πάγη,
Για να μαζώξη τ’ άσπρα του όπου είχε δανεισμένα·
Κ’ από την Άρταν διάβηκε κονάκι να του κάνουν·
Κ’ ευθύς κονάκι τώκαμαν ‘σ του παπουτσή του Ρίζου,
(Κ’ εκεί τραπέζι βάλανε ψωμί για να δειπνήσουν).
Τρία τουφέκια τώρριξαν, τα τρί’αρράδ’ αρράδα.
Το’να τον πέρει ‘ σ το πλευρόν, τ’ άλλο μέσα τα στήθη,
Το τρίτον, το φαρμακερόν, τον παίρνει μες το στόμα.
Το στόμα αίμα γιόμωσε, και κοιλαδεί και λέγει
« (Καθήστε, παλληκάρια μου, και συ, βρε ψυχουιέ μου,
«Τι τούτο δεν είναι για σας) πάρτε μου το κεφάλι,
«Να μη το πάρη η τουρκιά, το πάγη ‘σ του βεζίρη·
«Το ιδούν οχθροί και χαίρουνται, οι φίλοι, και λυπούνται».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


Για τους αναγνώστες
ΔΗΜΟΣΙΕΥΟΝΤΑΙ ΤΑ ΕΠΩΝΥΜΑ ΣΧΟΛΙΑ