ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

Translate

Δευτέρα, 13 Μαρτίου 2017

ΓΡΑΣΠΕΣ ΚΑΙ ΣΠΛΙΘΑΡΙΑ ΣΤΗΝ ΒΕΛΑΩΡΑ ΕΛΑΤΕΙΑΣ

Παναγιώτης Δημάκης
Ένας σωρός από παράξενες λέξεις, που μοιάζουν να κατρακυλούν, σαν πετροχάλικα σε χείμαρρο, με τα τραχειά ρουμελιώτικα σύμφωνα. Κριτσώπια, τσουγκάρια, κάρκαρα, γράσπες και σπλιθάρια. .....
Λέξεις που σήμερα κοιμούνται και αργούν στην ντοπιολαλιά και σε λίγο θα σβήσουν. Μοιάζει παράδοξο γράφοντας κανείς για τα καρπερά και υδροχαρή Ελατικά Πεδία, να αναφέρεται σε άνυδρο και έρημο τόπο, στην Έρημο της Ελάτειας. Δες όμως ανατολικά, πέρα από τον Λευτιάνο, πρός την αρχαία Οπουντια Λοκρίδα, τα ραδινά βουνά, του Παληουριά και του Πετρουνιά, να βυθίζουν τις απολήξεις τους στο μαλακό χώμα του κάμπου. Μέχρι το Βαθύρεμα, το Τουρκόρεμα και τα υψώματα του Κασίδη, την αρχαία οδό, πού οδηγούσε στην θάλασσα, την Βαρβαρόστρατα, την από Βορρά δίοδο των ληστών και τα βουνά της Σφάκας, πού δεν υπάρχει ούτε πηγή, ούτε άμπλας.

Ο υδροφόρος ορίζοντας είναι πλούσιος, αλλά βρίσκεται χαμηλά, στο υψομετρικό του κάμπου και έτσι η μεγάλη αυτή έκταση μοιάζει άνυδρη. Παρά ταύτα, σε πολλές κορυφές και ισιώματα, μέσα στα βράχια συναντάμε σπλιθάρια, φυσικά βραχοκοιλώματα, η επίπεδους λίθους πιθοειδείς, που συγκρατούν τα νερά της βροχής. Από εκεί ξεδιψούσαν οι αλεπούδες και οι ασβοί, αγριοπούλια και ερπετά, τραγόπουλα και κριάρια καμιά φορά και βοσκοί, πού αψηφούσαν τις "κοψαντέρες", τις εκκολαπτόμενες προνύμφες τών εντόμων, πού επέφεραν βαριά νοσηματα, στο πεπτικό σύστημα. Τέτοια σπλιθάρια, θα βρούμε, ανεβαίνοντας από την Κοκκινόλυσσα, στην Καρδαρόραχη το μεγαλύτερο, στα Πυργάκια, στον Κούκο Καντά, ψηλά πάντα. Η περιοχή, κατάφυτη από χαμηλή, τυπική μακία βλάστηση, σκίνα, αγριελιές, ράμνα, παληούρια και κοντοπούρνια, είναι όμως πηγή ζωής, για τους γιδοβοσκούς και προβατάρηδες και τα κοπάδια τους, με την ποικιλία της βλάστησης και των αρωματικών φυτών. Τα βετούλια και αρνιά της Βελαώρας καθώς και τα τυροκομικά, είναι διάσημα για την νοστιμιά τους, λόγω της προσηλιακής χλωρίδας. 

Πλούσια και η ερπετοπανίδα, που περιλαμβάνει τα περισσότερα γνωστά είδη, δενδρογαλιές, σαπίτες, μαυρόφιδα, σαϊτες, ακονάκια και την διάσημη για το φαρμακερό της δάγκωμα, οχιά βελαωρίσια. Το δάγκωμα επίσης από το ακονάκι ήταν επικίνδυνο, όπως διασώζει το δημώδες "να σε φάει τ 'ακονάκι, το τσαπί και το φτυαράκι!". Μοναδικό αντίδοτο τότε, στα Ιοβόλα δάκνοντα ερπετά, ήταν, μία λευκή σκόνη, από την αποστεφρωμένη κόκκινη καρδιά, φιδόχορτου (φυτ. Αρον-Arum Italikum), την Δρακοντιά. Επίσης υπήρχαν σκορπιοί, λιακόνια και τεράστιες χελώνες. Η Βελαώρα παλαιότερα, είναι γνωστή και για τους ληστές, ληστοτρόφους και ζωοκλέφτες, στα απάτητα βράχια και κριτσώπια, τοπωνύμια όπως Κούκος-Καντά, Σκοτωμένος, Μνήμα Αρβανίτη, μάς υπενθυμίζουν γιατί διαλύθηκε το χωριό Βαρβά, με τον ιδιώνυμο νόμο ΤΟΔ' περί ληστείας. 

Οι φοβεροί τότε ζωοκλέφτες γοργοπόδαροι, ευέλικτοι καταδρομείς, κατέβαιναν στον κάμπο τής Ελάτειας, μέχρι την ακροποταμιά του Κηφισού. Ένας μπρός, ένας πίσω με την προβατίνα στην πλάτη, περπατώντας να την γδέρνουν, έφταναν στα δύσβατα λημέρια τους. Εκεί αφού έψηναν και έτρωγαν το μισό σφαχτό το άλλο μισό το τύλιγαν στην προβιά και το "γράσπωναν " ένα μέτρο βάθος, το σκέπαζαν με πλακερές και στρογγυλές πέτρες, που άφηναν, να κυκλοφορεί ελεύθερα ο αέρας. Αυτό ήταν ένα φυσικό ψυγείο, η λεγόμενη γρασπα, που συντηρούσε, μέχρι μια βδομάδα το σφαχτό. Μια αρχέγονη κατασκευή, κληρονομιά αρχαία του τόπου μας. Έτσι όταν ο γιδοβοσκός, κρατώντας σφιχτά, σαν σκήπτρο, την μακριά του αγκούτσα, έλεγε καμμύωντος τα μάτια, "έχω κρέας γρασπωμένο", ήξερες τι εννοεί! Μια μακρά και κοπιώδης νυκτερινή καταδρομή είχε καταλήξει στις Γράσπες, με τα λάφυρα εν αναμονή!! Έργα και Ημέρες, τών κεκοιμημένων παππούδων μας, πού απολάμβαναν, στα βραχώδη και ερημικά κατάμερά τους, μία ευωχία αντάξια των ευγενέστερων ποιμενικών τους παραδόσεων.
1. Γράσπες: Κάθετες σχισμές βράχων στην τοπική λαλιά, με ελεύθερη κυκλοφορία αέρος.
2. Σπλιθάρι: Βραχώδες τεχνητό ή φυσικό, η, επί επιπέδου λίθου, κοίλωμα, που συγκρατούσε νερό της βροχής. Η ονομασία προέρχεται ίσως από το σχήμα του ανοικτού πίθου, στο άνω μέρος.
3. Η ληστεία στην περιοχή της Ελάτειας υπήρξε μια άθλια πραγματικότητα μέχρι τα μέσα του 20ουαιώνα. Τα πυκνά δάση του Ζελίου, της Μπόκλωνας, οι βαθειές χαραδρώσεις της Κνημίδας και του Καλλιδρόμου ήσαν ιδανικά κρησφύγετα και ορμητήρια των ληστών, απο αιώνων. Οι ευκίνητοι αυτοί ορεσίβιοι τηρούσαν ένα ιδιότυπο εθιμικό δίκαιο και απέδιδαν ένα είδος φιλανθρωπίας και δικαιοσύνης στα φτωχά κοινωνικά στρώματα, ενα είδος αναδιανομής του πλούτου, με επιδοτήσεις και προικοδοτήσεις των αδυνάτων, που τούς έκανε αγαπητούς και ανεκτούς, στην τοπική μικροκοινωνία. Ακόμα απέφευγαν τις αδικοπραξίες στις γυναίκες *, μία πράξη, πού θεωρούσαν μιαρή και τιμωρητέα. Αυτό λόγω της κακής διοίκησης και των αυθαιρεσιών της, λειτουργούσε και σαν άτυπη, απονομή δικαιοσύνης, που δικαίωνε εν πολλοίς, την απεχθή και ιδιάζουσα σκληρότητά των, δημιουργούσε δε μια ισχυρή υποστηρικτική βάση, στην κοινωνία των ποιμένων και των χωρικών, που εγκαταβίωναν στις στάνες και στα κατάμερα των Ορέων. Η Ελάτεια υπέφερε, από τις δραστηριότητες αυτές, και, αξίζει να σημειώσουμε δύο γεγονότα που συνέβησαν στο χώρο αυτό (Μαρτυρία Κώστα Παπαγιώργου – Λιάτσικα), στο πρώτο τέταρτο του 20ου αιώνα. Ο Γερο-Κοτοπούλης έχοντας το μαντρί του στον Λευτιάνο, απήχθη από τους ληστές για την γνωστή διαδικασία των λύτρων. Λόγω ηλικίας, αδυνατώντας να ακολουθήσει, τον ρυθμό των ταχυτήτων των απαγωγέων του, που ήδη κατεδιώκοντο από απόσπασμα χωρικών, τον εκτέλεσαν στην θέση Β' κουλιά (Βουκολιά) όπου μέχρι σήμερα σώζεται μνημειακός λιθοσωρός. Ο λιθοσωρός κατά το τοπικό έθιμο στηνόταν μετά από άδικο θάνατο.
Επίσης ο ληστής Χειμάρας, όταν τραυματισμένος, είχε καταφύγει σε λιθαροστρούγκα, υπάρχει ακόμη, πάνω από το σημερινό Εκκλησάκι του Αγ. Νεκταρίου, έστειλε τους συντρόφους του, στην Ελάτεια, να ζητήσουν γιατρό και περίθαλψη. Αντ' αυτών ομως κατέφθασε απόσπασμα χωρικών, που τον αποτελείωσε. Ο επικεφαλής μάλιστα, τον αποκεφάλισε ως επικηρυγμένο και μετέφερε, με το ταγάρι, το μακάβριο λάφυρό του, στη Λαμία, για να αμοιφθεί κατά τον Νόμο. Η συνέχεια ήταν παράδοξη. Το ακέφαλο σώμα, ενταφιάστηκε μεν στο νεκροταφείο, επί δεκαετίες όμως κυκλοφορούσε, η φήμη, ότι ο ακέφαλος νεκρός περιφερόταν την νύχτα, στην Βελαώρα, αναζητώντας την χαμένη κεφαλή του, τρομοκρατώντας τους νυκτοπόρους, που στα ξωτικά και τις νεράϊδες, είδαν να προστίθεται, και, μια νέα εκδοχή τρόμου, στα νυκτερινά δρομολόγιά τους.
* Ένα δημώδες άσμα, από την συλλογή του φίλτατου Γιάννη Τζιμούλια, από την ιστορική Τσαριτσάνη αναφέρεται, σε συνάντηση τους, με Κλέφτες στα βουνά και την ανταλλαγή πληροφοριών, πού ήσαν πολύτιμες. Αυτό δεν άλλαξε και με την εποχή τής ληστοκρατίας, που ήταν εξέλιξη, ενός άτυπου κοινωνικού αγώνα.
Πού 'σουν, περιστερούλα μου, τόσον καιρό που λείπεις;
Πήγα να μάσω λάχανα με τάλλα τα κορίτσια,
και οι κλέφταις μας αγνάντευαν από ψηλά λημέρια.
"Κορίτσια μαυρομάτικα και γαϊτανοφρυδάτα,
για ελάτε 'ς το λημέρι μας δυο λόγια να σας πούμε.
Μην είναι Τούρκοι 'ς το χωριό, μην είναι κι Αρβανίταις;
-Εμείς εβγήκαμε ταχιά μέσ' από το χωριό μας, δεν ξέρουμε, δεν είδαμε κι' αν είναι κι’ αν δεν είναι». Σαράντα κλέφταις ήτανε τριγύρω ξαπλωμένοι, κ' ένα μικρό κλεφτόπουλο, ντυμένο 'ς το χρυσάφι, απίδια μας εφίλεψε και κρύο νερ' απ’ τη βρύση.
Σύρτε, κορίτσια, ς το καλό κι' ανθρώπου μην το πήτε»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


Για τους αναγνώστες
ΔΗΜΟΣΙΕΥΟΝΤΑΙ ΤΑ ΕΠΩΝΥΜΑ ΣΧΟΛΙΑ