ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

Translate

Πέμπτη, 9 Μαρτίου 2017

ΜΑΝΩΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ: "ΦΟΒΑΜΑΙ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΠΟΥ ΜΕ ΚΑΤΑΛΕΡΩΜΕΝΗ ΤΗ ΦΩΛΙΑ ΤΟΥΣ ΠΑΣΧΙΖΟΥΝ ΤΩΡΑ ΝΑ ΒΡΟΥΝ ΛΕΚΕΔΕΣ ΣΤΗ ΔΙΚΗ ΣΟΥ"




Αναδημοσίευση από 

Του  "Γ" {Επιλογή  και  σύνδεση  κειμένων, φωτογραφιών  και  βίντεο}

Ένας  από  τους  κορυφαίους  ποιητές  της  μεταπολεμικής  γενιάς  ο  Μανώλης  Αναγνωστάκης  γεννήθηκε  στις  9  Μαρτίου του  1925  στη  Θεσσαλονίκη. ...

Ποιητής με πολιτική συνείδηση, φυλακίστηκε και καταδικάσθηκε σε θάνατο για τις ιδέες του και χαρακτηρίστηκε ως ο "ποιητής της ήττας", καθώς με τους στίχους του εξέφρασε τη διάψευση των οραμάτων της Αριστεράς.

                           
Οι δρόμοι ήταν σκοτεινοί και λασπωμένοι
το πιάτο στο τραπέζι λιγοστό,
το φιλί στο κατώφλι ήταν κλεφτό
και έρωτες μέσα στις καρδούλες κλειδωμένοι
Ήτανε νέοι ήτανε νέοι, ήταν παιδιά
και έτυχε να ‘ναι και καλή σοδειά...
.................................................


Σπούδασε Ιατρική και ειδικεύτηκε ως ακτινολόγος στη Βιέννη (1955-1956). Άσκησε το επάγγελμα του ακτινολόγου στη Θεσσαλονίκη και το 1978 μετεγκαταστάθηκε στην Αθήνα.
                  ΕΜΦΥΛΙΟΣ 1948  ΚΑΙ ΔΙΑΛΟΓΟΣ  ΣΕ....ΜΑΥΡΟ  ΦΟΝΤΟ

Πήρε μέρος στην Αντίσταση ως στέλεχος της ΕΠΟΝ στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Για την πολιτική του δράση στο φοιτητικό κίνημα φυλακίστηκε στο διάστημα 1948-1951, ενώ το 1949 καταδικάστηκε σε θάνατο από έκτακτο στρατοδικείο.

             

Δρόμοι παλιοί που αγάπησα και μίσησα ατέλειωτα
κάτω απ' τους ίσκιους των σπιτιών να περπατώ
νύχτες των γυρισμών αναπότρεπτες κι η πόλη νεκρή
Την ασήμαντη παρουσία μου βρίσκω σε κάθε γωνιά
κάμε να σ' ανταμώσω κάποτε φάσμα χαμένο του πόθου μου κι εγώ
Ξεχασμένος κι ατίθασος να περπατώ
κρατώντας μια σπίθα τρεμόσβηστη στις υγρές μου παλάμες
Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα χωρίς να γνωρίζω κανένα
κι ούτε κανένας κι ούτε κανένας με γνώριζε με γνώριζε.



Δημοσίευσε κείμενά του για πρώτη φορά στο περιοδικό Πειραικά  Γράμματα (1942) και αργότερα στο φοιτητικό περιοδικό Ξεκίνημα(1944), του οποίου υπήρξε και αρχισυντάκτης για μία περίοδο. Ποιήματά του, καθώς και κριτικές δημοσιεύτηκαν αργότερα σε αρκετά περιοδικά.

       ΜΕ ΤΟΝ  ΠΟΙΗΤΗ  ΔΗΜΗΤΡΗ  ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΚΑΙ  ΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ  ΤΟΥ  ΝΟΡΑ

Την περίοδο 1959-1961 εξέδιδε το περιοδικό Κριτική, ενώ υπήρξε μέλος της εκδοτικής ομάδας των Δεκαοκτώ κειμένων (1970), των Νέων Κειμένων και του περιοδικού" Η  Συνέχεια (1973)"


Το 1986 του απονεμήθηκε το Α΄ Βραβείο ποίησης για το έργο του "Τα Ποιήματα 1941-1971" και το 2002 το Μεγάλο Βραβείο Λογοτεχνίας από τα  Κρατικά  Λογοτεχνικά Βραβεία, ενώ το 1997 ανακηρύχθηκε επίτιμος διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

               

Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει
όμως εγώ δεν παραδέχτηκα την ήττα,
έβλεπα τώρα πόσα κρυμμένα τιμαλφή έπρεπε να σώσω
πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες.
Μιλάτε, δείχνετε πληγές, αλλόφρονες στους δρόμους.
Τον πανικό που στραγγαλίζει την καρδιά σας σαν σημαία
καρφώσατε σ' εξώστες, με σπουδή φορτώσατε το εμπόρευμα.
Η πρόγνωσή σας ασφαλής: Θα πέσει η πόλις.

Συνθέτες όπως ο Μίκης  Θεοδωράκης, ο Θάνος  Μικρούτσικος, ο  Δημήτρης  Παπαδημητρίου και  ο  Μίχαλης  Γρηγορίου

( αντιπροσωπευτικά βίντεο  παραθέτουμε  στο  αφιέρωμά  μας) έχουν μελοποιήσει αρκετά ποιήματά του, ενώ έργα του έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά, τα Γαλλικά, τα Γερμανικά και τα Ιταλικά.


Καταγόταν από το χωριό  Ρούστικα Ρεθύμνης, όπου σώζεται το σπίτι του πατέρα του. Από το 1983
σιώπησε και   δεν υπήρξε καμία δημόσια παρέμβασή του.

               

Έφτασες αργά σου πήρε άλλος τη θέση
έφτασες αργά σε `βγάλαν απ’ τη μέση.
Δε σου φταίει κανείς, επέρασε ο καιρός σου
δεν σου φταίει κανείς, λάθος ήτανε δικό σου.
Άργησες πολύ και το `χασες το τρένο
άργησες πολύ δε σε περιμένω.


"Στο αλλοιωμένο τοπίο της εποχής μας δεν θα ξαναγράψω", είχε ξεκαθαρίσει, γιατί "το έργο μου το ολοκλήρωσα. Επιλέγω τη σιωπή". Ίσως επειδή, όπως είχε πει σε μία από τις σπάνιες συνεντεύξεις του,"η ποίηση είναι έργο της νεότητας.

                                                  ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ  ΚΑΙ  ΣΕΦΕΡΗΣ

Χρειάζεται ενθουσιασμό, αυταπάτες, ψευδαισθήσεις. Αυτά τα έχουν οι νέοι. Όσο μεγαλώνεις, κατέχεις καλύτερα τα μέσα σου. Γίνεσαι τεχνίτης, αλλά ένα ποίημα δεν χρειάζεται να είναι τέλειο για να είναι καλό".

                               

λα ν παίξουμε...
Θ σο χαρίσω τ βασίλισσά μου.
ταν γι μένα μι φορ  γαπημένη.
Τώρα δν χω πι γαπημένη.
Θ σο χαρίσω τος πύργους μου.
Τώρα πι δν πυροβολ τος φίλους μου.
χουν πεθάνει π καιρ πρν π μένα.....
......................................................


Η ποίηση του Μανώλη Αναγνωστάκη δεν είναι απαισιόδοξη. Όσο κι αν οι στίχοι του φτάνουν κάποτε στην απελπισία, στο βάθος του ορίζοντα διακρίνεται ένα φως. Η δύναμη του ποιητικού του έργου, υπερβαίνοντας τις κομματικές ταμπέλες, κατάφερε να εκφράσει την αβεβαιότητα, την αποξένωση, αλλά και τις ελπίδες μιας ολόκληρης εποχής.

              

Έφυγε από τη ζωή τα ξημερώματα της  23 Ιουνίου  του  2005, καταβεβλημένος από χρόνια αναπνευστικά και καρδιαγγειακά προβλήματα.


Με  το  Θανάση Φωτιάδη(που γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1921. Σπούδασε νομικά και άσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου στην Αθήνα, όπου και πέθανε το 1989. Το 1945 εξέδωσε μαζί με τον Μανόλη Αναγνωστάκη, τον Κλείτο Κύρου, τον Πάνο Θασίτη, τον Θάνο Παπαδόπουλο κ.ά. το περιοδικό «Ξεκίνημα» του οποίου ήταν αρχισυντάκτης. Εξέδωσε ποιητικές συλλογές, αλλά και λαογραφικές μελέτες και γλωσσικά δοκίμια. ), αγνοημένος, παραγνωρισμένος, σχεδόν αποδιοπομπαίος από συστήματα σιωπής και σκοπιμότητας, αναζητεί μετά θάνατον μια δικαίωση.

Θα  κλείσουμε    με  το  ποιήμα του Μανώλη  Αναγνωστάκη "φοβάμαι" που  γράφτηκε  το  Νοέμβρη  του  1983  και  από  το  οποίο  πήραμε  τον  τίτλο  του  αφιερώματος  μας.

                           

Φοβάμαι
τους ανθρώπους που εφτά χρόνια
έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι
και μια ωραία πρωία –μεσούντος κάποιου Ιουλίου–
βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας
"Δώστε τη χούντα στο λαό".
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που με καταλερωμένη τη φωλιά
πασχίζουν τώρα να βρουν λεκέδες στη δική σου.
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που σου 'κλειναν την πόρτα
μην τυχόν και τους δώσεις κουπόνια
και τώρα τους βλέπεις στο Πολυτεχνείο
να καταθέτουν γαρίφαλα και να δακρύζουν.
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που γέμιζαν τις ταβέρνες
και τα 'σπαζαν στα μπουζούκια
κάθε βράδυ
και τώρα τα ξανασπάζουν
όταν τους πιάνει το μεράκι της Φαραντούρη
και έχουν και "απόψεις".
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που άλλαζαν πεζοδρόμιο όταν σε συναντούσαν
και τώρα σε λοιδορούν
γιατί, λέει, δεν βαδίζεις στον ίσιο δρόμο.
Φοβάμαι, φοβάμαι πολλούς ανθρώπους.
Φέτος φοβήθηκα ακόμα περισσότερο.

"Γ"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


Για τους αναγνώστες
ΔΗΜΟΣΙΕΥΟΝΤΑΙ ΤΑ ΕΠΩΝΥΜΑ ΣΧΟΛΙΑ