ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

Translate

Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου 2017

ΣΥΝΑΓΕΡΜΟΣ ΣΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΓΕΙΤΟΝΙΑ. ΕΝΕΦΑΝΙΣΘΗ ΚΟΥΤΣΟΜΠΟΛΑ!

Παρουσιάζει ο Βίκτωρ Σαμπώ

 

Ένας κλασσικός γυναικείος τύπος της Παλιάς Αθήνας, που δεν έλλειψε από κανένα στενοσόκακο.

Ασφαλώς και θα έχετε διαβάσει άπειρες περιγραφές –συνήθως χιουμοριστικού χαρακτήρα- για το επικίνδυνο αυτό κουσούρι, που τόσο έξυπνα εμείς οι άρρενες το έχουμε φορτώσει στο γυναικείο φύλο. Αυτή όμως που σας παρουσιάζω σήμερα έχει, όπως θα διαπιστώσετε, κάτι το ξεχωριστό. Από τα πρώτα του κιόλας βήματα στο δημοσιογραφικό χώρο  («Ελεύθερον Βήμα», 1938) ο συμπαθέστατος Δημήτρης Ψαθάς δίνει δείγματα δυνατής πέννας…


«Τρέμε γειτονιά! Τρέμετε παντρεμένες, χήρες και κορίτσια, τρέμετε θήλεα δυστυχισμένα, όσα η κακή μοίρα τοποθέτησε μέσα εις την ακτίνα της δράσεώς της. Τρέμετε όσες παρεκκλίνατε απ’ την οδόν της αρετής, όσες τυχόν παραπατήσατε κι’ έχετε μυστικά κι’ απόρρητα από εκείνα που πρέπει να σκεπάζει πυκνός πέπλος. Η κουτσομπόλα θα τα ανασύρει. Τηλεβόα  θα πάρει η ακριτομύθειά της και θα τα κάνη βούκινο.
-Έμαθα, που λες, κάτι ματάκια μου…
-Για ποιον;
-Άσε, δεν θέλω να μιλήσω να μη μου λένε πως κάθομαι και κουτσομπολεύω τον ένα και τον άλλονε…
Αλλά κι’ εσείς ακόμα που βαδίζετε στον ίδιο δρόμο, όσες δεν έχετε μπλέξει σε υπόπτους υποθέσεις κι’ είναι η ζωή σας βιβλίο ανοιχτό, αλλοίμονό σας! Από την στιγμή που ο διάβολος την έφερε στο δρόμο σας, οι πιο απλές κι’ αθώες ιστορίες σας θα περιβληθούν τον πέπλο μυστηρίου. Θα τις ακούνε οι γειτόνισσες, θα χτυπούν με κατάπληξιν τα χέρια, θα υψώνουν με φρίκην στον ουρανό τα μάτια.


-Αχ, μη μου το λες, γειτόνισσα!


-Ναι, ματάκια μου, να σε χαρώ. Από το σιγανό ποτάμι να φοβάσαι, που λέει ο λόγος…

Ναι, ματάκια της να σας χαρεί! Απίστευτα είναι αυτά που λέει, αλλά απ’ τις σιγανοπαπαδίτσες να φοβάται κανείς, που λέει ο λόγος. Κι’ η ίδια δεν τα φανταζόταν. Κι’ όμως τάμαθε, χαρτί και καλαμάρι όλα. Μη της ζητάτε περισσότερα. Μη την πιέζετε και την στενοχωρείτε. Δεν θέλει, δεν μπορεί ν’ αποκαλύψει τις πηγές των πληροφοριών της. Εκτός πια αν της δώσετε τον λόγο σας ότι δεν θα τα πείτε πουθενά, οπότε:
-Άκου το λοιπόν, να σου πω.
-Για λέγε, χριστιανή μου.
-Ήμανε χτες με τον Θανάση τον τσαγκάρη. Το λοιπόν μου λέει…
-Τι της είπε; Φρίξον, ήλιε!

***

Κακιά; Προς Θεού! Μέλι στάζει το στόμα της. Γλυκά χαμόγελα ανθούν στο πρόσωπό της. Φως καλοσύνης αναδίδουν τα μάτια της. Όταν την συναντήσεις για πρώτη φορά, νομίζεις πως η αγαθότης επήρε σάρκα και οστά και σου μιλεί:
-Ναι, χρυσέ μου.
-Δεν έχω δίκιο;
-Βουνό το δίκιο σου, παιδί μου.
Δεν ξέρει τι θα πη αντίρρησης. Άγνωστο πράγμα της είναι ο θυμός. Ξορκισμένη κάθε κακία απ’ αυτή! Ήλιος είναι που βρέχει καλωσύνην επί δικαίων και αδίκων. Τόσο, που σου κερδίζει με την πρώτη επαφή, μια κι’ έξω, την εμπιστοσύνη. Η θερμότης των αισθημάτων της κι’ η αιωνία διαχυτικότης της λιώνει τους πάγους των επιφυλάξεων κι’ ανοίγει τις πόρτες της καρδιάς. Χαρά μεγάλην αισθάνεται για τις χαρές σου. Συντριβή σωστή για τ’ ατυχήματά σου. Μέτοχος της ευτυχίας σου γίνεται στο λεπτό, παρηγορήτρια του πόνου σου.

-Τι να γίνει, παιδί μου; Άνθρωποι είμαστε.
-Αχ κυρά-Κατίνα μου.
-Σιώπα παιδί μου. Ο Θεός είναι μεγάλος. Ώστε σ’ αφήκε ο παλιάνθρωπος ε;…

Κι’ ύστερα, μόλις περάσει το κατώφλι, παίρνει σβάρνα τις πόρτες. Τα μάθατε; Το και το…
Της είναι αδύνατο να κρατήσει μυστικό, έστω και μια στιγμή. Έχει την ανησυχίαν του ρεπόρτερ που αγωνιά να μεταδώσει την πληροφορία του, και την ευσυνειδησία του πρακτορείου των ειδήσεων, που αποστολήν του έχει να ενημερώνει το κοινόν.
Αλλά ο ρόλος της κουτσομπόλας δεν περιορίζεται σ’ αυτό μονάχα. Είναι πολύ ευρύτεροι οι ορίζοντες της δράσεώς της.
Η κριτική διάθεσης είναι ανεπτυγμένη στην γυναίκα στον υπέρτατον βαθμόν, όταν κυρίως πρόκειται για την γειτόνισσά της. Ακούει, λοιπόν, με προσοχή όσα η μία λέει για τις άλλες, συμφωνεί, επιδοκιμάζει, εγκρίνει και πλειοδοτεί.


-Είναι κακονοικοκυρά η Ευτέρπη…
-Εμένα μου λες, παιδί μου;

Αυτής τα λέει, παιδί μου; Επήγε στο σπίτι της της προάλλες κι’ είδε την τσαπατσουλιά της κι’ έφριξε! Σπίτι είναι εκείνο; Ασκούπιστα, ασυγύριστα, μεσημέρι κρεβάτι άφτιαχτο, κουζίνα να κρατείς τη μύτη σου! Τι λες, ματάκια της. Πω, πω, πω!... Κι’ ενώ υποθερματίζει, το μάτι της επισκοπεί τα γύρω, πέφτει βιαστικά εδώ, εκεί, βυθίζεται στην πόρτα που ανοίγει πλάι, για να δη με μια γρήγορη ματιά τι ακριβώς συμβαίνει κι’ εκεί μέσα. Κι’ ύστερα μεταφέρει αλλού, μαζί, πληροφορίες και εντυπώσεις:
-Ξέρεις τι μου είπε για σένα, Ευτέρπη μου;
-Τι σου είπε;
-Κακονοικοκυρά. Ακούς την παλιοβρόμα;
-Εγώ κακονοικοκυρά;
-Κάνε τη δουλειά σου, χρυσή μου. Σπίτι ειν’ αυτό. Σώνονται ποτέ οι δουλειές του;

Εμπρηστής εξ επαγγέλματος δεν θα έβαζε με τόση τέχνη την φωτιά. Δεν αρκείται μονάχα στις πληροφορίες που συγκεντρώνει. Κι’ είναι, από αυτής της απόψεως, πάντα άριστα πληροφορημένη. Το ενδιαφέρον της εισχωρεί έως τα πλέον μυστικά της οποιασδήποτε οικογενείας. Ημπορεί εσύ να ξέχασες τι έφαγες χθες, με ποιον μίλησες, τι είπες. Η κουτσομπόλα τα ξέρει και τα θυμάται όλα. Κινούμενον αρχείον είναι, που δεν διστάζει καθόλου να προσφέρει τις υπηρεσίες του προς διαφώτιση του κόσμου. Μην επιχειρήσεις να πεις καλό για κανένα. Έχει πρόχειρα τα επιχειρήματα, που ανατρέπουν τις αντιλήψεις σου:

-Αυτή; Άσε με, καημένη, και δεν θέλω ν’ ανοίξω το στόμα μου…
-Γιατί; Ξέρεις τίποτε;
-Αν ξέρω; Και ποιος δεν ξέρει, μάτια μου;
Όλοι τα ξέρουν. Από το στόμα το δικό της, φυσικά. Γιατί ό,τι αρπάξει απ’ την μία το τρέχει με σπουδήν στην άλλη. Κι’ όταν η γειτονιά αναστατώνεται κι’ έρχονται στα χέρια οι γειτόνισσες, όταν σηκώνεται το τσόκαρο και βουίζει ο ντουνιάς από τις φωνές και το κακό, η ηρωίς που έβαλε την θρυαλλίδα στο μπαρούτι σταυροκοπείται με κατάπληξιν…
Μα τι έχουν, Θεούλη μου, και τρώγονται σαν τα σκυλιά!
Ιδέαν δεν έχει η καημένη. Ουδέ γάτα ήταν, ούτε ζημιά έκανε…»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


Για τους αναγνώστες
ΔΗΜΟΣΙΕΥΟΝΤΑΙ ΤΑ ΕΠΩΝΥΜΑ ΣΧΟΛΙΑ