ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

Translate

Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2017

ΤΟ ΚΑΤΡΟΥΤΣΟ* ΤΟΥ ΡΕΤΣΙΝΟΔΙΑΙΤΟΥ

Παρουσιάζει ο Βίκτωρ Σαμπώ

 

Δύο θηλυκά υμνήθηκαν τόσο πολύ στην Αθήνα:
Η γυναίκα και η ρετσίνα.
Λέει το τραγούδι:.....

«Ο έρωτας και το κρασί το ίδιο κάνουνε μεθύσι».
Το κρασί, η ρετσίνα, η ξανθιά νύφη της Αττικής, υμνήθηκε από αξέχαστους μουσικοσυνθέτες και ποιητές και ηθοποιούς.
Ο Ορέστης Μακρής, ο ωραιότερος μεθύστακας του ελληνικού κινηματογράφου, με ασταθή βηματισμό, φτάνει στο στέκι που θα τον φιλοξενήσει για αρκετές ώρες, αφού, αν και ζαλισμένος, θέλει να γευτεί την «άριστη ποιότητα του οίνου».

Η ζέστη στην καρδιά της θύμησης των οινομαγειρείων, των κρασοπουλειών, της μπακαλοταβέρνας, μας οδηγεί σε μιαν άλλη εποχή, αυθεντική και μερακλίδικη. 

Ήταν πολύ φτωχά τα χρόνια τότε, φτωχή και η γειτονιά της ταβέρνας, ακόμη πιο φτωχός και ο μεζές.

Στη γειτονιά μας τα ταβερνάκια ήταν συγχρόνως και μπακάλικα. Δίπλα από τα τσουβάλια με τα όσπρια, κάποια σιδερένια τραπεζάκια με ψάθινες καρέκλες για να καθίσει κάποιος να πιει το κρασάκι του με τον απαραίτητο μεζέ.

Ελιά, σαρδέλα πάνω σε αμπελόφυλλο, λακέρδα σε λαδόκολλα ή και κάτι της ώρας, από τη γυναίκα του ταβερνιάρη.

Μπορεί τα οινομαγειρεία να ήταν λίγα, αλλά προσέφεραν τα καλύτερα. Ξεκινώντας από το περιβάλλον, ζεστό και οικείο, και καταλήγοντας στο καλό χύμα κρασί από τα Μεσόγεια.

Λευκό η κόκκινο, σκέτο για τους μερακλήδες ή με μια ντομάτα στα τέσσερα, έτσι «για να μη σε κόψει το στομάχι». Οι περισσότερες διέθεταν και υπόγειο ή υπόγα.

Τα υπόγεια κουτούκια, γεμάτα βαρέλια, πάντα αριθμημένα, με τη μυρωδιά του οξειδωμένου κρασιού, μέσα στην τσίκνα και την κάπνα, χωρίς όμως να ενοχλεί κανένα.

Στέκι για τους ρετσινοπότες της Παλιάς Αθήνας, με έναν διάκοσμο με λαϊκές τοιχογραφίες και θέματα από την ελληνική μυθολογία, που απέδιδαν και την μεγάλη ιστορική αξία ενός δώρου ευλογημένου, του οίνου, που εύφραινε τις καρδιές των ανθρώπων.

Όλα μετρούν έναν αιώνα ζωής κι όμως αντέχουν και διατηρούν αναλλοίωτο το ύφος και τον χαρακτήρα της ταβέρνας.
Στις παλιές ταβέρνες, οινομαγειρεία της συνοικίας μας, χωρίς τους πληθωρικούς κατάλογους, αλλά με τις απλές γεύσεις, όπως ρεβιθάδες, φασολάδα, φάβα, ψαράκια τηγανητά και χύμα βαρελίσιο κρασί, τραγουδούσαν καντάδες, ρεμπέτικη μουσική, και θαύμαζες τους μερακλήδες με τις ασίκικες στροφές.
Από τα κατρούτσα και τα γιοματάρια οδηγηθήκαμε στον οικοδομικό οργασμό, μαζί με την έλλειψη χώρου, και οι παραδοσιακές ταβέρνες έγιναν τα πρώτα θύματα της ανοικοδόμησης, καθώς γκρεμίστηκαν και πολύ γρήγορα στη θέση τους υψώθηκαν πολυκατοικίες.
Σήμερα, σε πείσμα των καιρών, ας προσπαθήσουμε να βρούμε την αυθεντικότητα εκείνης της αυθόρμητης, της αθώας και μερακλίδικης εποχής.
Ας καληνυχτίσουμε τα τερατώδη σε όγκο και θόρυβο σκυλάδικα ή πολιτιστικά κέντρα, όπως τα λένε, της Ιεράς Οδού, της Κωνσταντινουπόλεως και της Πειραιώς, με το «καλά κρασιά» και «εις άλλα με υγεία» για τους αισιόδοξους της Αθήνας.
*Καρτούτσο ...Το καρτούτσο είναι σκεύος για υγρά. Χρησιμοποιείται συνήθως η φράση για το κρασί "... φέρε ένα καρτούτσο". Το καρτούτσο ξεκίνησε να αναφέρεται με τη μετατροπή των οκάδων σε κιλά. Τα σκεύος το οποίο χρησιμοποιούνταν την εποχή της οκάς δεν είχε γείσο.
Με τη μετατροπή στο καρτούτσο (250 γραμμάρια) προστίθεται και το "γείσο" στην άκρη, που διευκολύνει στο γέμισμα των ποτηριών και ξεχωρίζουν εύκολα τα νέα από τα παλαιά σκεύη.
Η ετυμολογία του καρτούτσου (σύμφωνα με τον Μπαμπινιώτη) είναι από το quartuccio ή από το quarto (τέταρτο). Κατ' άλλους προέρχεται από το cartuccia (γαλλικά cartouche), το φυσίγγιο πυροβόλου όπλου, το σώμα του στυλογράφου, ο κάλυκας σφαίρας ή μικρής οβίδας και γενικότερα μικρό σκεύος που προσομοιάζει με αυτά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


Για τους αναγνώστες
ΔΗΜΟΣΙΕΥΟΝΤΑΙ ΤΑ ΕΠΩΝΥΜΑ ΣΧΟΛΙΑ