ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

Translate

Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2016

ΟΙ «ΠΑΝΕΡΙΤΖΗΔΕΣ» ΤΗΣ ΑΙΟΛΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ Παρουσιάζει: ο Βίκτωρ Σαμπώ

 Παρουσιάζει: ο Βίκτωρ Σαμπώ
Σήμερα θα αναφερθούμε στην «επιχείρηση του ποδαριού» και στους ανθρώπου που την απάρτιζαν τουςμικροπωλητές της Αιόλου και της Αθηνάς, που άκουγαν στο παρατσούκλι «πανεριτζήδες» και που, με τις διαλαλήσεις τους, γέμιζαν ζωή την πρωτεύουσα.....

Όποιος δεν είχε τι να κάνει και ήταν πάρα πολλοί αυτοί, όποιος δεν ήξερε μια τέχνη, όποιος είχε ξεπέσει στην αθηναϊκή άσφαλτο χωρίς άλλα εφόδια εκτός από τη φωνάρα και τα παπούτσια του, αγόραζε τρεις παραμάνες για το γιακά και γινόταν έμπορος ευκαιρίας
Ο ανταγωνισμός ήταν μεγάλος. Για να επιβιώσεις στην περίεργη αυτή αγορά, έπρεπε να είσαι εύστροφος, ετοιμόλογος, επίκαιρος, πνευματώδης, τσαχπίνης... 
Το σχετικό ρεπορτάζ που σκιαγραφεί το χώρο, είναι του Ν. Γιοκαρίνη    από την εφημερίδα «Ακρόπολις» (1940 ):
«Ο κυνηγός που βγαίνει από την χαραυγή στο βουνό, δεν ξέρει αν θα γυρίσει σπίτι του με φορτωμένο το δίχτυ του. Έτσι και οι κυνηγοί της ζωής, που ξετρυπώνουν πρωί-πρωί από τα υπόγεια και τα καμαράκια και τα χαμόσπιτα, δεν ξέρουν κάθε πρωί τι μέρα τους ετοιμάζει ο Κύριος.
20 χιλιάδες είναι οι αδήλωτοι, έμποροι του ποδαριού στα σταυροδρόμια της οδού Πανεπιστημίου, τα Χαυτεία, την Αθηνάς και την Αιόλου  και στις γωνιές τις οδού Σταδίου. Το εμπόριό τους δεν στηρίζεται επί της καλής ποιότητος. Προ  παντός βασίζεται επί της ψυχολογίας. 
Κατά συνήθειαν είναι τέσσαρες οι συνεταίροι. Ο κεφαλαιούχος, που έβαλε τα μετρητά. Ο «πανεριτζής»που έχει γερό λαρύγγι και αδιαντροπιά και όλη την ώρα θα φωνάζει τον κόσμο που περνά να ρίξει μια ματιά στις εξευτελιστικές τιμές του.
-Κοίτα κόσμε, πάρε κόσμε…
Αυτός ο κράχτης είναι με ποσοστά. Όσα ζευγάρια θα πωληθούν τόσα τάλιρα θα εισπράξει από τον κεφαλαιούχο. Είναι πάντα πλάι στο κοφίνι και διπλώνει και ξεδιπλώνει τις κάλτσες του, δένει και λύνει τις γραβάτες του. Κάπου-κάπου ψιθυρίζει καμιά λέξι, και συζητεί με τους αβανταδόρους
Αυτοί είναι οι άλλοι δύο συνεταίροι. Είναι το ψυχολογικό τμήμα της επιχειρήσεως. Παριστάνουν τους πελάτες. Είναι σοβαροί, αξιοπρεπείς και προκαλούν την συγκέντρωση των πελατών με τας ερωτήσεις των.

-Είναι γνήσιο το μετάξι σας;
-Δεν υπάρχει γνησιότερο κύριε.
Ο αβανταδόρος εξετάζει το είδος, είναι δύσκολος, ερωτά και ξαναρωτά και επιδοκιμάζει τις τόσες κολακευτικές πληροφορίας περί του εμπορεύματος. Μόλις δει συγκέντρωση μερικών αφελών, αμολάει το εκατοστάρικό του και διατάσσει να του διπλώσουν μισή ντουζίνα κάλτσες και άλλη μισή γραβάτες.

-Κοίτα κόσμε, άκου κόσμε. Με την ντουζίνα τα πήρε ο κύριος.
Αλλά συμβαίνει να εμφανιστεί εις τον ορίζοντα η σιλουέτα του αστυφύλακα. Ο αβανταδόρος που πήρε το πακέτο του και απομακρύνεται, κρατάει τσίλιες εις τη γωνία, κατοπτεύει δηλαδή το δρόμο και ειδοποιεί περί του κινδύνου. Αμέσως το πανέρι σηκώνεται και οι έμποροι γίνονται άφαντοι μέσα στη κοσμοσυρροή του μεσημεριού. 
Το ίδιο οι φρουτάδες, απαράλλαχτα οι κασμiράδες, που πωλούν εγγλέζικα κοστούμια, ντυμένοι με ναυτική φανέλα σαν να έρχονται κατ’ ευθείαν από το Λίβερπουλ.
Δεν ξέρω πόσοι είναι οι εμπορευόμενοι που έχουν πόρτα στο δρόμο, κατά την έκφρασή τους, που έχουν δηλαδή μαγαζί, μικρό ή μεγάλο, ένα γνωστό στέκι όπου περιμένουν όλη την ημέρα την τύχη τους και τους πελάτες. Υπολογίζω πως θα είναι 5 χιλιάδες. Είναι οι «δηλωμένοι», οι προνομιούχοι. 
Αυτοί πληρώνουν ένα δεκάρικο για χαρτόσημο και παίρνουν την σχετική άδεια κατ’ «εκλογήν και αρχαιότητα». Αποφεύγουν έτσι το κυνηγητό με τον αστυφύλακα και τον κίνδυνο του αυτοφώρου. Σ’ αυτούς βεβαίως δεν τους επιτρέπεται να γυροβολούν όπου τους αρέσει. Αυτοί έχουν στη διάθεσή τους ορισμένη μόνο περιοχή. Είναι σαν να έχουν μαγαζί. Κανείς δεν τους βγάζει από εκεί.
Ας δούμε ένα τέτοιο μικρό «προνομιούχο» μικροπωλητή:
Τα τσιμπιδάκια, τα χτενάκια, τα μιζ-αν-πλι, οι φιλέδες  για τα μαλλιά που έχει φορτωμένα και κρεμασμένα στο ξύλινο ταψί του αυτός ο μικρός της οδού Ερμού, είναι ένα είδος καθορισμένο στην άδειά του. Στέκεται λοιπόν στη γωνία των δύο δρόμων και φωνάζει:
-Πάρτε, κυρία, φιλέδες για τα μαλλιά.
Τα κεφάλαιά του είναι δραχμές διακόσιες ή τίποτε. Ή τα έχει αγοράσει τα εμπορεύματα ή είναι υπάλληλος με ποσοστά κάποιου «κεφαλαιούχου» μικρεμπόρου ψιλικών..
.Αυτοκέφαλος, ανεξάρτητος και τύπος της αγοράς είναι ο «μπούζης». Έφερε το μπρούντζινο λαγήνι του από την Ανατολή, με τα κουδουνάκια του, με το σελάχι του και με όλα τα έθιμά του. Είναι ο κρύος μπούζι, ο λεμονατζής. Χοντρός, κατακόκκινος, ξυρισμένος σαν φραγκοκαλόγηρος, με ένα πάνινο καπέλο μικρού παιδιού, ωρύεται εν μέσω των κρεοπωλών και των μανάβηδων, ότι δεν έχει μπούζι πιο… μπούζι από το δικό του. 
Η λεμονάδα του είναι από λεμόνι, το λέει, το φωνάζει, ανά την αγοράν. Και μια δραχμή το ποτήρι, το οποίον ξεπλένεται επί τόπου και σερβίρεται με αφρούς.
-Πόσα ποτήρια την ημέρα σερβίρεις;
-Ίστε και μπενήντα, ίστε και εκζήντα. Άμα λεμόνι ακριβό είναι, σερμαγιά πολλά τρώει.
-Και το χειμώνα;
-Σαλέπι.
Είναι και αυτός από τους ανθρώπους που ξημερώνονται με την προσευχή προς τον Κύριο: Δος ημίν σήμερον τον άρτον ημών τον επιούσιον. Αύριο βλέπομε…».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


Για τους αναγνώστες
ΔΗΜΟΣΙΕΥΟΝΤΑΙ ΤΑ ΕΠΩΝΥΜΑ ΣΧΟΛΙΑ